Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

2496/1997 Ασφαλιστικός Νόμος

www.freelaw.gr
2496/1997 Ασφαλιστικός Νόμος

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

[Άρθρα 1-10]

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Κεφάλαιο Α': Γενικές Διατάξεις [Άρθρα 11-18]

Κεφάλαιο Β': Είδη Ασφάλισης Ζημιών [Άρθρα 19-26]

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Κεφάλαιο Α': Γενικές Διατάξεις [Άρθρο 27]

Κεφάλαιο Β': Ασφάλιση Ζωής [Άρθρα 28-30]

Κεφάλαιο Γ': Γενικές Διατάξεις [Άρθρα 31-32]

ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

[Άρθρα 33-34]

AttachmentSize
2496.pdf1.11 MB

Άρθρα νόμου

Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του συμβαλλόμενού της (λήπτη της ασφάλισης) ή του τρίτου, έναντι ασφαλίστρου,
α) είτε να καταβάλει παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, σε είδος, όταν επέλθει εκείνο το περιστατικό εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 4 και στο άρθρο 5 περιπτώσεις α ́, β ́, γ ́ και δ ́ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση),
β) είτε να εκτελέσει τις εργασίες του άρθρου 5 περιπτώσεις ε ́ ως και θ ́ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ
2.
Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον :
α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο,
β) τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης,
γ) το πρόσωπο ή το αντικείμενο και τη χρηματική αξία του ή την περιουσία που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, στην περίπτωση α ́ της παραγράφου 1 του παρόντος,
δ) το είδος των κινδύνων ή των εκτελούμενων εργασιών,
ε) το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό)
στ) τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης,
ζ) το εφάπαξ ή το αρχικό ασφάλιστρο και
η) το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό
 
*Όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 278 του ν. 4364/2016

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή. Η με μηχανικό μέσο αποτύπωση της υπογραφής του ασφαλιστή αρκεί. Το ασφαλιστήριο μπορεί να εκδοθεί και σε διαταγή ή στον κομιστή.

2. Ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο ή, αν έχει συμφωνήσει προσωρινή κάλυψη, έγγραφοπροσωρινής κάλυψης.

3. Το ασφαλιστήριο και το έγγραφο προσωρινής κάλυψης πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και τον τόπο και χρόνο έκδοσής τους. Ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται οποτεδήποτε να ζητήσει αντίγραφα των επεξηγήσεων και στοιχείων που τυχόν έδωσε στον ασφαλιστή κατά τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και αντίγραφο του ασφαλιστηρίου, σε περίπτωση που τούτο απωλέσθηκε.

4.Όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο.

5.Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση.

6. Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στον λήπτη της ασφάλισης κάποια από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 2 περίπτωση Η και παρ. 3 περίπτωση Δ του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή αν δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει 3 αναδρομικά, από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης  τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό

έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Σε περίπτωση εναντίωσης, ματαιούται η σύναψη της σύμβασης. Το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται.

7. Σε περίπτωση που, μετά από ειδική αίτηση του λήπτη της ασφάλισης, η  ασφαλιστική κάλυψη παρέχεται αμέσως, μπορεί να συμφωνηθεί κατά τη σύναψη της σύμβασης η παραίτηση από το δικαίωμα χορήγησης των κατά την παρ. 6 του άρθρου αυτού πληροφοριών, μέχρις ότου ο ασφαλιστής παραδώσει το ασφαλιστήριο.

8. Όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία. Συμφωνία παραίτησης από το δικαίωμα προσβολής της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω πλάνης δεν δεσμεύει τον λήπτη της ασφάλισης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται ναδηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίοείναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση τουκινδύνου, καθώς επίσης νααπαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά,για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότιείναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση καιαποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάσηγραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι :α. συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες.β.δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης.γ.δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή.

2. Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες ή πλημμέλειες τωναπαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν απόπρόθεση.

3. Αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή ήτου λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση τουκινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση ή να ζητήσει την τροποποίηση της, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός αφότου έλαβεγνώση αυτών των στοιχείων ή των περιστατικών.

4. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ωςκαταγγελία, αν μέσα σ ́ ένα (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτόαναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης.

5. Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια τη υποχρέωσης που προβλέπεταιστην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει τα δικαιώματα της παρ. 3του άρθρου αυτού και επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, η ασφαλιστικήσύμβαση ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, τοασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθείπρος το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση.

6. Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στηνπαρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τησύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώσητης παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνωπροθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προςκαταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σεαποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή.

7. Η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους του ασφαλιστή στιςπεριπτώσεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου αυτού επιφέρει αποτελέσματα μετάπάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη τηςασφάλισης ή μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τη λήψη της πρότασηςτροποποίησης που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου αυτού. Στηνπερίπτωση της παρ. 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσααποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήτανληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ. 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής.8. Με την επιφύλαξη του άρθρου 29 παρ. 2, οι διατάξεις των παρ. 3 έως 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ζωής. Επίσης, οι διατάξεις των παρ. 3 έως 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ασθενειών.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή, μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από τότε που περιήλθε σε γνώση του, κάθε στοιχείο ή περιστατικό, το οποίο μπορεί ναεπιφέρει σημαντική επίταση του κινδύνου, σε βαθμό που, αν ο ασφαλιστής τογνώριζε, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση ή δεν θα την είχε συνάψει με τουςίδιους όρους.

2. Ο ασφαλιστής, μόλις λάβει γνώση της επίτασης του κινδύνου, δικαιούται νακαταγγείλει τη σύμβαση ή να ζητήσει την τροποποίησή της. Οι διατάξεις τωνπαρ. 3, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στην επίταση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

3. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ζωής καιασθενειών.

Διαβάστε περισσότερα..

1.Αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος μειώθηκε ουσιαστικά, ο λήπτης της ασφάλισηςδικαιούται να ζητήσει αντίστοιχη μείωση του ασφαλίστρου. Αν ο ασφαλιστήςαρνηθεί τη μείωση ή δεν απαντήσει στο σχετικό αίτημα για διάστημα πέραντου μηνός από της υποβολής του, ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται νακαταγγείλει τη σύμβαση για το υπολειπόμενο διάστημα. Το δικαίωμα μείωσηςτου ασφαλίστρου δεν ισχύει στις ασφαλίσεις ζωής και ασθενειών, ανμεταβάλλεται η υγεία του ασφαλισμένου.

2. Αν ο ασφαλιστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι αποκλειόταν ηδυνατότητα επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο λήπτης τηςασφάλισης δεν υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίστρου. Αν ο λήπτηςτης ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τησύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδηεπέλθει, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε παροχή και δικαιούται, εφόσονδεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, το ασφάλιστρο μέχρι τέλους τηςασφαλιστικής περιόδου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σεμετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψηδεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσηςτης τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από τηνασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις.

2. Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει τοδικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται μεγραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι ηπεραιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την πάροδο δύο (2) εβδομάδων για ασφαλίσεις με διάρκεια μέχρι και ενός (1) έτους, και μετά την πάροδο ενός (1) μηνός για ασφαλίσεις με διάρκεια μεγαλύτερη του ενός (1) έτους, από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης*.

 

*Όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 278 του ν. 4364/2016.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός οκτώ (8) ημερών από τότε πουέλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης να ειδοποιήσειτον ασφαλιστή. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δίνει όλες τιςαναγκαίες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα που σχετίζονται με τιςπεριστάσεις και τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου που του ζητάει οασφαλιστής. Ο λήπτης της ασφάλισης δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δενγνώριζε την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αν τούτο οφείλεται σεβαριά του αμέλεια.

2. Η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεων της παρ. 1 αυτού του άρθρου παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσειτην αποκατάσταση της ζημίας του.

3. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτραπρος αποφυγή ή μείωση της ζημίας και να ακολουθεί τις οδηγίες τουασφαλιστή. Τα έξοδα που προκύπτουν, εφόσον δικαιολογούνται από τιςπεριστάσεις, βαρύνουν τον ασφαλιστή, ακόμα και αν υπερβαίνουν τοασφαλιστικό ποσό. Αντίθετη συμφωνία επιτρέπεται αν ο λήπτης τηςασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούςλόγους. Αν το ασφάλισμα καλύπτει μέρος μόνο της ζημίας, ο ασφαλιστήςυποχρεούται να αποδώσει μόνο ανάλογο μέρος των εξόδων, εκτός αν ταέξοδα δημιουργήθηκαν αποκλειστικά μετά από τις οδηγίες του ασφαλιστή.

4. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των διατάξεων της παρ. 3 αυτού τουάρθρου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποζημίωση τουασφαλιστή.

5. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν ηεπέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών,σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο τουλήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου τουασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμωναντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίουςέχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης. Οασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο.

6. Με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσειςαπαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένοςενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Επίσης,μπορεί να συμφωνηθεί ότι θα οφείλεται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους τηςασφαλιστικής περιόδου, αν μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσηςκαταγγελθεί η σύμβαση.

7. Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται νακαταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση τηςέκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, οασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε καταβολή τουποσού για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον συμφωνήθηκε για ορισμένο χρόνο, λύεταιμε την πάροδο του χρόνου αυτού, εκτός αν έχει συμφωνηθεί σιωπηρήπαράταση. Η σιωπηρή παράταση δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικόδιάστημα μεγαλύτερο του έτους.

2. Αν έχει συμφωνηθεί για αόριστο χρόνο (διαρκής ασφάλιση), η σύμβασηλύεται με καταγγελία στο τέλος της ασφαλιστικής περιόδου. Η προθεσμίαάσκησης του δικαιώματος καταγγελίας δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός(1) μηνός ούτε μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών.

3. Στις ασφαλίσεις ζημιών που έχουν διάρκεια μεγαλύτερη του ενός (1) έτους καιστις ασφαλίσεις προσώπων, ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται ναυπαναχωρήσει από τη σύμβαση εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από τηνπαράδοση του ασφαλιστηρίου. Η προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο λήπτης τηςασφάλισης δεν ενημερώθηκε σχετικά για το δικαίωμά του αυτό από τονασφαλιστή και δεν βεβαιώνεται τούτο με έγγραφό του. Αν ο ασφαλιστής δενενημέρωσε τον λήπτη της ασφάλισης, το δικαίωμα υπαναχώρησηςαποσβήνεται δύο (2) μήνες μετά την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Τοδικαίωμα υπαναχώρησης δεν υφίσταται στις ασφαλίσεις ζημιών, όπου ηκάλυψη παρέχεται άμεσα μετά από ειδική αίτηση του λήπτη της ασφάλισης. Ηπροθεσμία άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης αναστέλλεται καθόσοδιάστημα ο λήπτης της ασφάλισης έχει δικαίωμα εναντίωσης, σύμφωνα μετην παρ. 6 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου. 33*.

4. Η ασφαλιστική σύμβαση λύεται με καταγγελία, σύμφωνα με τις προϋποθέσειςτων άρθρων 3, 4, 5 παρ. 1, 6 και 12 του παρόντος νόμου, καθώς και της παρ.2 αυτού του άρθρου. Ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται επίσης νακαταγγείλει τη σύμβαση, αν ο ασφαλιστής κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναπαγορεύθηκε η ελεύθερη διάθεση μέρους ή του συνόλου των περιουσιακώντου στοιχείων. Σε περίπτωση κήρυξης σε πτώχευση του λήπτη τηςασφάλισης ή αν τέθηκε καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπο σε αναγκαστικήδιαχείριση, ο ασφαλιστής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.

5. Στο ασφαλιστήριο μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι καταγγελίας τηςασφαλιστικής σύμβασης. Σε περίπτωση που συμφωνείται ο ασφαλιστής ναδιατηρεί το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μετά την επέλευση τουασφαλιστικού κινδύνου, ο λήπτης της ασφάλισης έχει το ίδιο δικαίωμα. Με τηνεπιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 3, της παρ. 4 του άρθρου 4 και του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, τα αποτελέσματα της καταγγελίας,όταν ασκείται από τον ασφαλιστή, δεν μπορούν να επέρχονται πριν από τηνπάροδο τριάντα (30) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη τηςασφάλισης.

6. Ως ασφαλιστική περίοδος νοείται η διάρκεια ενός (1) έτους, εκτός αν ουπολογισμός των ασφαλίστρων έχει υπολογισθεί για μικρότερο διάστημα,οπότε νοείται το διάστημα αυτό.

 

*Όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 8 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 278 παρ. 2 περ. η του ν. 4364/2016

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβασηγια λογαριασμό δικό του ή τρίτου. Ο τρίτος μπορεί και να μην ορίζεται στοασφαλιστήριο (ασφάλιση για λογαριασμό όποιου ανήκει). Σε περίπτωσηαμφιβολίας, η σύμβαση θεωρείται ότι καταρτίσθηκε για λογαριασμό του λήπτητης ασφάλισης.

2. Τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουναπό την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τουςπρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Ο ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφάλισης, εφόσον έχει λάβει γνώση τηςσύμβασης και έχει τη δυνατότητα να τις εκπληρώσει.

Διαβάστε περισσότερα..

Αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στιςασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπωνμετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

Διαβάστε περισσότερα..

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΗΜΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Στην ασφάλιση κατά ζημιών, το ασφάλισμα συνίσταται στην αποκατάστασητης ζημίας της περιουσίας που συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτεται, όταν επέλθειη ασφαλιστική περίπτωση (ασφαλιστική ζημία).

2. Η ζημία της ασφαλισμένης περιουσίας μπορεί να συνίσταται στη βλάβη ήστην απώλεια αγαθών, απαιτήσεων και κερδών, καθώς και στις δαπάνεςαπόκρουσης και ικανοποίησης απαιτήσεων τρίτων.

3. Το ασφάλισμα δεν μπορεί να υπερβαίνει την έκταση της ασφαλιστικής ζημίαςούτε και το ασφαλιστικό ποσό.

4. Ο λήπτης της ασφάλισης ζημιών μπορεί να ασφαλίσει κάθε περιουσία για τηδιατήρηση της οποίας έχει έννομο συμφέρον και η οποία απειλείται απόασφαλιστικό κίνδυνο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ασφάλιση ζημιών δεν λήγει, αν τον λήπτη της ασφάλισης ή τονασφαλισμένο διαδεχθεί άλλος στην ασφαλιστική σχέση.

2. Εφόσον δεν έχει εκδοθεί ασφαλιστήριο σε διαταγή ή στον κομιστή,ασφαλιστής και λήπτης της ασφάλισης ή ασφαλισμένος δικαιούνται νακαταγγείλουν τη σύμβαση το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, αφότουέγινε γνωστή η διαδοχή. Η καταγγελία εκ μέρους του ασφαλιστή επιφέρειαποτελέσματα μετά πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από τότε που περιήλθεστον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο.

3. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε πριν απότην πάροδο της παραπάνω 30ημερης προθεσμίας ή πριν επέλθουν τααποτελέσματα της καταγγελίας που εμπρόθεσμα άσκησε ο ασφαλιστής καιεφόσον αποδείξει ότι δεν θα είχε αναλάβει με τους ίδιους όρους, αν γνώριζετη διαδοχή. Τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Η διάταξη αυτήδεν εφαρμόζεται αν ο κίνδυνος επέλθει εντός τριάντα (30) ημερών από τηδιαδοχή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δεν παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη στο μέτρο που η πραγματοποίηση τουασφαλιστικού κινδύνου προέρχεται από πολεμικά γεγονότα ή ενέργειες,εμφύλιο πόλεμο, στάση ή λαϊκές ταραχές.

2. Στην ασφάλιση πραγμάτων δεν παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη, στο μέτροπου η πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου προέρχεται από φυσικήαπομείωση των πραγμάτων αυτών.

3. Με το ασφαλιστήριο μπορεί να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεωνκάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες τουασφαλιστή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίαςκατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση τουασφαλίσματος που κατέβαλε.

2. Εάν οι αξιώσεις του λήπτη της ασφάλισης στρέφονται κατά του ασφαλισμένουή του δικαιούχου ασφαλίσματος ή των ανιόντων, κατιόντων και των συζύγωντους ή άλλων προσώπων που συνοικούν μαζί του, καθώς και των νομίμωναντιπροσώπων του ή των εκπροσώπων του, η αξίωση δεν περιέρχεται στονασφαλιστή, παρά μόνο αν τα πρόσωπα αυτά ενήργησαν με δόλο.

3. Ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, οασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος,υποχρεούνται να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους κατά του τρίτου πουπεριέρχονται στον ασφαλιστή. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επάγεταιευθύνη των υποχρέων, προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή.

4. Αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση γιαεπαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστήστο μέτρο που από υπαιτιότητα των υποχρέων ματαιώθηκε η άσκηση τουαναγωγικού δικαιώματος.

5. Σε περίπτωση υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεωντου λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν τηνπαρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβεχώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σεπερισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή11ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν χωρίς καθυστέρηση σε κάθεασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό.

2. Οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικήςζημίας.

3. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται ειςολόκληρο, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Επιτρέπεται νασυμφωνηθεί ότι, σε περίπτωση μη γνωστοποίησης της ύπαρξης άλλωνασφαλίσεων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, θα περιορίζεται τοασφάλισμα στο μέτρο που δεν καλύπτεται από προηγούμενη ασφάλιση. Σεπερίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν τηγνωστοποίηση με δόλο, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 3 τουπαρόντος νόμου.

4. Αν οι περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις έχουν συναφθεί με κοινήσυμφωνία, με ή χωρίς κοινό συντονιστή ασφαλιστή, ο κάθε ασφαλιστήςευθύνεται κατ΄ αναλογία του ασφαλισμένου σε αυτόν ποσοστού(συνασφάλιση).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο,βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δενυπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου.

2. Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματοςπριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου.

3. Οι ασφαλιστής μπορεί με ξεχωριστή συμφωνία, η οποία αποδεικνύεται μεέγγραφο, να προβεί σε αποτίμηση της ασφαλισμένης περιουσίας. Στηνπερίπτωση αυτή το ασφάλισμα υπολογίζεται με βάση την αξία τηςαποτίμησης. Η αποτίμηση μπορεί να προσβληθεί μόνο για πλάνη, απάτη,απειλή ή εικονικότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στην ασφάλιση πραγμάτων, αν η αξία τους που δηλώθηκε κατά τη σύναψητης ασφαλιστικής σύμβασης (ασφαλιστική αξία) υπολείπεται της τρέχουσας ή,αν δεν υπάρχει, της συνηθισμένης αξίας αυτών κατά το χρόνο επέλευσης τουκινδύνου, η ευθύνη του ασφαλιστή περιορίζεται στην αποκατάστασηανάλογου μέρους της ζημίας.

2. Αν η αξία των πραγμάτων, που δηλώθηκε κατά τη σύναψη της ασφαλιστικήςσύμβασης, υπερβαίνει την τρέχουσα ή, αν δεν υπάρχει, τη συνηθισμένη αξίααυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, οποιοσδήποτε από τουςσυμβαλλομένους μπορεί να απαιτήσει τη μείωση της ασφαλιστικής αξίας καιτου ασφαλίστρου, για το υπολειπόμενο διάστημα ισχύος της σύμβασης. Σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται για τουπερβάλλον.

3. Αν η υπερασφάλιση οφείλεται σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης, τουασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, η ασφάλιση είναι άκυρη.Ο καλόπιστος ασφαλιστής δικαιούται τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν η ασφαλισμένη περιουσία κατά τη σύναψη της σύμβασης έχει καθορισθείμόνο κατά γένος και αφορά πράγματα τα οποία θα εμπίπτουν στονασφαλιστικό κίνδυνο μελλοντικά, ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένοςυποχρεούται να δηλώνει στον ασφαλιστή, ευθύς μόλις λάβει γνώση, το είδοςτων πραγμάτων, τις ασφαλιστικές αξίες, καθώς και κάθε άλλο στοιχείοπροσδιοριστικό της σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου.

2. Το ασφάλιστρο υπολογίζεται με βάση τις δηλώσεις που γίνονται κάθε φορά.

3. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης που προβλέπεται στηνπαράγραφο 1 αυτού του άρθρου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σεαποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή. Αν η παράβαση έγινε από δόλο,εφαρμόζονται και οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 3.

4. Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στηνασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται και διαφορετική ως προςτους όρους αυτού του άρθρου συμφωνία.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΕΙΔΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ

1. Η ασφάλιση πυρκαγιάς περιλαμβάνει ζημιές που προκαλούνται απόκινδύνους πυρκαγιάς και κεραυνού. Εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία,περιλαμβάνει επίσης ζημιές που προκαλούνται από έκρηξη και άλλαπαρεμφερή συμβάντα, έστω και αν δεν ακολούθησε πυρκαγιά. Το ασφάλισμαπεριλαμβάνει τη μείωση της αξίας των βλαβέντων πραγμάτων, καθώς και τηναποκατάσταση των ζημιών που προξένησαν τα αναγκαία μέτρα για τηδιάγνωση, αποτροπή ή περιστολή της ζημιάς, όπως τα έξοδα κατάσβεσης καικατεδάφισης.

2. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση περιλαμβάνει και τις ζημιές απόκλοπές ή απώλειες κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης του κινδύνου ήαμέσως ύστερα από αυτήν ή εξαιτίας των μέτρων που αναφέρονται στοπροηγούμενο εδάφιο.

3. Ασφαλιστική κάλυψη δεν παρέχεται όταν : α) η πυρκαγιά οφείλεται σε δόλο ήβαριά αμέλεια που καταλογίζεται προσωπικά στον λήπτη της ασφάλισης,13καθώς και σε δόλο των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παρ. 5 τουπαρόντος νόμου, β) η αιτία της πυρκαγιάς συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρέσειςτου άρθρου 13 του παρόντος νόμου.

4. Η κάλυψη αρχίζει το μεσημέρι της επόμενης ημέρας από τη χρονολογία τουασφαλιστηρίου, εκτός αν συμφωνήθηκε κάτι άλλο.

5. Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στηνασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται και διαφορετική ως προςτους όρους αυτού του άρθρου συμφωνία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων περιλαμβάνει τις ζημιές πουπροκαλούνται από όλους τους κινδύνους που δεν έχουν εξαιρεθεί, από τουςοποίους απειλούνται τα πράγματα, κατά το χρονικό διάστημα από την εκμέρους του μεταφορέα απόκτηση του δικαιώματος διάθεσης αυτών με σκοπότη μεταφορά, μέχρι την απώλεια του εξαιτίας τερματισμού της μεταφοράς μεοποιονδήποτε τρόπο.

2. Ο ασφαλιστής ευθύνεται κι αν ο κίνδυνος επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλειατου μεταφορέα ή των προστηθέντων του.

3. Παρεκκλίσεις, διακοπές και άλλες αλλαγές στη διαδρομή και στο μεταφορικόμέσο δεν επιδρούν στην ευθύνη του ασφαλιστή, εκτός εάν τις προκάλεσε ή τιςενέκρινε ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος, μολονότι δεν ήταναναγκαίες, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 4 του παρόντος (επίταση τουκινδύνου).

4. Βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η αξία των πραγμάτων, όπωςπροσδιορίζεται στο άρθρο 16 του παρόντος, που είχαν στον τόπο και τοχρόνο κατά τον οποίο έγιναν δεκτά προς μεταφορά. Στην αξία αυτή μπορούννα προστίθενται και οι δαπάνες μεταφοράς, οι τελωνειακοί δασμοί, οι λοιπές επιβαρύνσεις και το προσδοκώμενο κέρδος.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, στην ασφάλιση εσοδείας, βάση υπολογισμού του
ασφαλίσματος είναι η αξία που θα είχαν τα γεωργικά προϊόντα κατά την ωρίμανση ή
τη συνηθισμένη συγκομιδή, αν δεν είχε επέλθει ο κίνδυνος.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν συμφωνήθηκε η κάλυψη του κινδύνου μη πληρωμής πίστωσης λόγωαφερεγγυότητας, που χορηγήθηκε από τον ασφαλισμένο στον οφειλέτη του(ασφάλιση πίστωσης), ο ασφαλιστής δεν έχει, εκτός αντίθετης συμφωνίας, τοδικαίωμα διζήσεως.

2. Αν συμφωνήθηκε η χορήγηση εγγύησης στον ασφαλισμένο υπέρ τουπροσώπου που θα υποδείξει ο ασφαλισμένος (ασφάλιση εγγύησης), οασφαλιστής έχει, εκτός αντίθετης συμφωνίας, αναγωγικό δικαίωμα κατά τουασφαλισμένου για το ποσό το οποίο εγγυήθηκε και κατέβαλε, σύμφωνα μετους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση περιβαλλοντικής ζημιάςπεριλαμβάνει τα έξοδα αποκατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος, σταοποία συμπεριλαμβάνονται και τα έξοδα αποκομιδής απορριμμάτων καιερειπίων που προέκυψαν από την επέλευση ασφαλιστικού κινδύνου,

2. Το ασφάλισμα καταβάλλεται μόνο έναντι των πράγματι καταβληθέντωνεξόδων και μόνο εφόσον η ζημιά προέκυψε από αιφνίδιο και μη αναμενόμενοσυμβάν.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση διακοπής λειτουργίας επιχείρησηςπεριλαμβάνει την απώλεια των κερδών, τα γενικά έξοδα και τα έξοδα που ήτανάμεση συνέπεια της επέλευσης του κινδύνου και προέκυψαν στην επιχείρηση λόγωμερικής ή ολικής διακοπής της, που προήλθε από την επέλευση του ασφαλιστικούκινδύνου στο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσααπό την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη τηςασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχεσυμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη. Δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οιπαραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.

2. Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου ζημιωθέντος ενστάσειςπου απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός αν ο ζημιωθείς είναι ολήπτης της ασφάλισης, άλλο πρόσωπο η αστική ευθύνη του οποίουκαλύπτεται και, εφόσον υπήρχε συνοίκηση, σύζυγος ή συγγενείς ως και τοδεύτερο βαθμό, έστω και από αγχιστεία, είτε του λήπτη της ασφάλισης είτετου ασφαλισμένου. Ο ασφαλιστής που κατέβαλε στον τρίτο χωρίς να είναιυποχρεωμένος κατά τα ανωτέρω έναντι του λήπτη της ασφάλισης,υποκαθίσταται στην απαίτηση του τρίτου κατά του ασφαλισμένου, μέχρι τοποσό που κατέβαλε. Η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευσηέξι (6) μηνών από την υποκατάσταση.

3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεναντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1)μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στοννομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν. Στις περιπτώσειςαυτές ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται, στο μέτρο που ο τρίτος είναι σε θέση νααποζημιωθεί από έναν άλλον ασφαλιστή ζημιών ή από φορέα κοινωνικήςασφάλισης

4. Περισσότεροι τρίτοι που ζημιώθηκαν συντρέχουν μέχρι το ασφαλιστικό ποσόκατά το λόγο των απαιτήσεών τους. Αν ο ασφαλιστής κατέβαλε σε έναν απότους τρίτους ποσό μεγαλύτερο από την αναλογία του, απαλλάσσεται έναντιτων λοιπών για τις πέραν του ασφαλιστικού ποσού απαιτήσεις, εκτός ανκατέβαλε γνωρίζοντας την ύπαρξή τους. Αυτοί όμως έχουν έναντι του τρίτουπου ικανοποιήθηκε αξίωση για την απόδοση του ποσού που έλαβε πέρα απότην αναλογία του.

5. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωσησυναρμόδιου Υπουργού που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα τηςΚυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπαπου θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχουτήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειεςλειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης. Οι διατάξεις αυτούτου άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή τονομικό πρόσωπο.

6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην υποχρεωτικήασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων.

Διαβάστε περισσότερα..

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολήορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλισηποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημιάς πουπροήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου.

2. Αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι άλλο, η ασφαλιστική κάλυψη δεν παρέχεται μόνοστο μέτρο που η πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου προέρχεταιάμεσα από πολεμικά γεγονότα και ιοντίζουσες ακτινοβολίες.

3. Το ασφαλιστήριο είναι ονομαστικό και δεν μπορεί να εκδοθεί σε διαταγή ήστον κομιστή.

4. Στην ασφάλιση για λογαριασμό μπορεί στο ασφαλιστήριο να μηνκατονομάζεται ο ασφαλισμένος.

5. Στην ασφάλιση προσώπων που έχει συμφωνηθεί ως ασφάλιση ποσού, τοασφάλισμα καταβάλλεται ανεξάρτητα από το αν η επέλευση του ασφαλιστικούκινδύνου προκάλεσε ζημιά στον ασφαλισμένο ή στο δικαιούχο τουασφαλίσματος και ανεξάρτητα από το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΩΗΣ

1. Μπορεί να συμφωνηθεί η ασφάλιση κατά του κινδύνου θανάτου ή η ασφάλισηεπιβίωσης ή και των δύο, του λήπτη της ασφάλισης ή τρίτου.

2. Η ασφάλιση της ζωής τρίτου για τον κίνδυνο θανάτου του είναι άκυρη, αν δενυπάρχει έγγραφη συναίνεσή του. Η έγγραφη συναίνεση αυτού απαιτείταιεπίσης και για τον ορισμό τρίτου δικαιούχου του ασφαλίσματος, καθώς και γιατην εκχώρηση ή την ενεχύραση των απαιτήσεων από την ασφάλιση. Αν οτρίτος είναι ανίκανος, τη συναίνεση δίνει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. Αν ονόμιμος αντιπρόσωπος είναι ο λήπτης της ασφάλισης ή ο δικαιούχος τουασφαλίσματος, τη συναίνεση δίνει ειδικός επίτροπος του ανικάνου.

3. Στην ασφάλιση ζωής για τον κίνδυνο θανάτου, ο ορισμός δικαιούχου γίνεταιμε γραπτή δήλωση του λήπτη της ασφάλισης, η οποία είναι ελεύθεραανακλητή.

4. Αν δεν έχει ορισθεί δικαιούχος ή αν αυτός αποποιήθηκε το ασφάλισμα,δικαιούχος θεωρείται ο λήπτης της ασφάλισης και το ασφάλισμα μετά τοθάνατό του περιλαμβάνεται στην κληρονομιά του.

5. Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος δεν μπορεί να εκχωρήσει ή να ενεχυράσει τοασφάλισμα χωρίς την έγγραφη συναίνεση του λήπτη της ασφάλισης ή, σεπερίπτωση ασφάλισης ζωής τρίτου, αυτού του τρίτου, εφόσον έχει δικαίωμαορισμού δικαιούχου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ηλικία του προσώπου, για τον θάνατο ή την επιβίωση του οποίουσυνάπτεται η ασφάλιση, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την εκτίμηση τουκινδύνου, κατά την έννοια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου. Αναληθήςδήλωση ηλικίας θεωρείται ότι ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του κινδύνου, εάνβρίσκεται έξω από τα όρια που προβλέπουν τα σχετικά τιμολόγια τουασφαλιστή κατά την έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης.

2. Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντοςνόμου, ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται μόνο την αξία εξαγοράς τουασφαλιστηρίου.

3. Στην ατομική ασφάλιση ο λήπτης της ασφάλισης έχει δικαίωμα να ζητήσειαπό τον ασφαλιστή την εξαγορά της ασφάλισης μετά πάροδο χρονικούδιαστήματος που προβλέπεται στο ασφαλιστήριο και το οποίο δεν μπορεί ναείναι μεγαλύτερο των τριών (3) ετών. Στην ομαδική ασφάλιση μπορεί νασυμφωνηθεί κάτι διαφορετικό.

4. Ο ασφαλιστής αποδίδει στον λήπτη της ασφάλισης την αξία της εξαγοράςπου συμφωνήθηκε. Ως βάση υπολογισμού της αξίας εξαγοράς λαμβάνονταιυπόψη τα έξοδα του ασφαλιστή που βαρύνουν τη συγκεκριμένη σύμβαση καιτα καταβληθέντα ασφάλιστρα αποταμίευσης. Την ίδια υποχρέωση έχει οασφαλιστής και σε κάθε περίπτωση λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εάν το πρόσωπο για το θάνατο του οποίου συνάπτεται η ασφάλισηαυτοκτόνησε, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, εφόσονέχουν περάσει δύο (2) τουλάχιστον χρόνια από τη σύναψη της σύμβασης. Τοίδιο ισχύει και για κάθε μεταγενέστερη συμφωνία με την οποία αυξάνεται τοασφαλιστικό ποσό.

2. Ο δικαιούχος εκπίπτει από το δικαίωμά του, αν με πρόθεση προκάλεσε τοθάνατο του ασφαλισμένου ή αποπειράθηκε να τον θανατώσει.183. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 αυτού του άρθρου, θάνατος του ασφαλισμένου,που προκλήθηκε από τα πρόσωπα του άρθρου 7 παρ. 5 του παρόντοςνόμου, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ

1. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τιςσωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένηπρος της πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ήμόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας.

2. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή για τηντυχόν ύπαρξη άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων. Παράβαση τηςυποχρέωσης αυτής δίνει δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τησύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός αφότου έλαβε γνώση τηςπαράλειψης.

3. Μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στιςσυγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου είτε στα τυχόν κατ΄ αποκοπήγια κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχέςείτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών. Ανσυμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουνεφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ασθενειών περιλαμβάνει τιςασθένειες που προέρχονται από αιτίες οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν,αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους κατά τησύναψη της σύμβασης.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 31 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και στην ασφάλιση ασθενειών.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης,του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός ανορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ήαεροπορική ασφάλιση ζημιών.

2. Οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου, όπως ισχύει,καταργούνται.

3. Το άρθρο 33 παρ. 1 του ν.δ/τος 400/1970 «περί ιδιωτικής επιχειρήσεωςασφαλίσεως» (ΦΕΚ 10 Α΄), όπως ισχύει, καταργείται.

4. Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικέςσυμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ισχύς των άρθρων 1 έως 33 αρχίζει έξι (6) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
 

Διαβάστε περισσότερα..

Σχετικοί νόμοι

Ν. 4364/2016, (Φ.Ε.Κ. Α/13/05.02.2016). Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας:

Διαβάστε περισσότερα..

Social Media