Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

Αριθμός άρθρου: 
194

1. Ο δικαστής που είχε μετάσχει στη συζήτηση υπό­θεσης υποχρεούται, και μετά την τυχόν επέλευση υπηρε­σιακής του μεταβολής, να μετάσχει στη διαδικασία λήψης της απόφασης. Ανασυζήτηση της υπόθεσης γίνεται μόνο σε περίπτωση θανάτου ή αποχώρησής του από την υπη­ρεσία ή άλλου σοβαρού λόγου. Ως προς την ανασυζή­τηση, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 127 και 128***. Μόλις συμπληρωθεί το οκτάμηνο, ο Πρό­εδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικα­στηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά αν είναι δικαιολογημένη ή μη η καθυστέρηση. Στη διοικητική δίκη, η ανωτέρω προ­θεσμία διακόπτεται μέχρι τη συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας από τη διοίκηση, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά αναλόγως της παραγράφου 2 του άρθρου 139 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Όταν αυτή κριθεί δικαιολογημένη, παρέχεται στον δικαστή προ­θεσμία δύο μηνών για τη δημοσίευση των αποφάσεων που καθυστερούν πέραν του οκταμήνου***. Σε περί­πτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, όπως και όταν παρέλθει η προθεσμία των δύο μηνών που χορηγήθηκε, κατά το προηγούμενο εδάφιο, χωρίς να έχουν δημοσιευθεί οι αποφάσεις που καθυστερούν, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέφει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέ­σως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης αυ­τού. Για τις υποθέσεις αυτές ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός τριών μηνών για τις υπο­θέσεις ειδικών διαδικασιών και έξι μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παρα­πάνω*** προθεσμιών των οκτώ ή των δέκα μηνών. Οι δια­τάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν εφαρμόζονται στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέ­σεις της διοικητικής δικαιοσύνης. Επιφυλλασσομένων των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου για λόγους ανωτέρας βίας, όπως μεταξύ άλλων αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού, μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δι­καστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων σχετικά με τον ορισμό δικασίμου, την κλήση προς συζή­τηση και τα αποδεικτικά επίδοσης. (Η παρ. 1 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 81 παρ. 2 Ν. 3659/2008 και το άρθρο 52 παρ. 4 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

2. Στη συνεδρίαση κατά την οποία δημοσιεύεται η από­φαση μπορούν να μετάσχουν και δικαστές που δεν είχαν λάβει μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης και τη λήψη της σχετικής απόφασης.
 
3. Αν τα πρόσωπα τα οποία, κατά τις κείμενες διατά­ξεις υπογράφουν το πρωτότυπο της απόφασης ή το πρα­κτικό της συζήτησης της υπόθεσης ή της δημοσίευσης της απόφασης, απεβίωσαν ή αποχώρησαν από την υπηρεσία ή δεν υπηρετούν πια στο δικαστήριο ή υπηρετούν αλλά απουσιάζουν με άδεια, εφαρμόζονται τα εξής:
 
α) Αντί για εκείνον που είχε προεδρεύσει κατά τη συν­εδρίαση κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση ή δημο­σιεύτηκε η απόφαση, υπογράφει ο αρχαιότερος δικαστής της ίδιας σύνθεσης, κατά περίπτωση, ενώ στις μονομελείς συνθέσεις υπογράφει ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος.
 
β) Στις πολυμελείς συνθέσεις, η υπογραφή του εισηγη­τή παραλείπεται.
 
γ) Αντί για τον γραμματέα της έδρας, υπογράφει ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος και, αν πρόκειται γι' αυτόν, ο αμέσως νεότερός του στην ιεραρ­χία από εκείνους που υπηρετούν στο δικαστήριο ή στο οικείο τμήμα.
 
δ) Σε όλες τις περιπτώσεις, στο πρωτότυπο της από­φασης ή στο πρακτικό της συζήτησης ή της δημοσίευσης, γίνεται μνεία του γεγονότος που δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.
 
 
*** Για τη σωστή κατανόηση του κειμένου βλ. σχετικά και το αντίστοιχο άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ..

Social Media