Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

Κατάδικοι που Δικαιούνται να Απολυθούν

www.freelaw.gr
Κατάδικοι που Δικαιούνται να Απολυθούν
Αριθμός άρθρου: 
105

1. Όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ε­λευθερίας μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης σύμφωνα με τις πιο κάτω διατάξεις και εφόσον έχουν εκτίσει: α) προκειμένου για φυλάκιση, τα δύο πέμ­πτα της ποινής τους, β) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθ­ειρξη, τα τρία πέμπτα της ποινής τους, γ)* προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον δεκαεννέα (19) έτη.

Η περ. γ' της παρ. 1 τίθεται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 4322/2015.

(Προηγούμενη μορφή: "γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον είκοσι έτη. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αμετάκλητη").

2.** Το χρονικό διάστημα των τριών πέμπτων περιορίζεται στα δύο πέμπτα της ποινής που επιβλήθηκε και προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τα δεκαεννέα (19) έτη περιορίζονται σε δεκαπέντε (15) έτη, αν ο κατάδικος έχει υπερβεί το εβδομηκοστό (70ο) έτος της ηλικίας του. Το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε (15) ετών προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη. Μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ο) έτους της ηλικίας του καταδίκου, κάθε ημέρα παραμονής του σε σωφρονιστικό κατάστημα υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής(1). Αν ο κατάδικος εργάζεται, κάθε ημέρα απασχόλησης υπολογίζεται ως επιπλέον μισή ημέρα εκτιόμενης ποινής. Αν για τους καταδίκους αυτούς προκύπτει από άλλες διατάξεις ευνοϊκότερος υπολογισμός, εφαρμόζονται εκείνες*. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε καταδίκους για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 105 του ν. 1492/1950, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα.

*  Το εδ. δ' της παρ. 2 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 23 Ν. 3346/2005.

** Η παρ. 2 τίθεται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 4322/2015.

(Προηγούμενη μορφή: "2. Το χρονικό διάστημα των τριών πέμπτων περιορίζεται στα δυο πέμπτα της ποινής που επιβλήθηκε και προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τα είκοσι έτη περιορίζονται σε δεκαέξι, αν ο κατάδικος έχει υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του. Το χρονικό διάστημα των δεκαέξι ετών προσαυξάνεται κατά τα δυο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επι­βληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει είκοσι έτη. Μετά τη συμπλήρωση του εξη­κοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του καταδίκου κάθε ημέ­ρα παραμονής του σε σωφρονιστικό κατάστημα υπολογίζεται ευεργετικά ως δυο ημέρες εκτιόμενης ποινής. Αν ο κατά­δικος εργάζεται, κάθε ημέρα απασχόλησης υπολογίζεται ως επιπλέον μισή ημέρα εκτιόμενης ποινής. Αν για τους κατάδικους αυτούς προκύπτει από άλλες διατάξεις ευνοϊκότερος υπολογισμός, εφαρμόζονται εκείνες. Οι διατάξεις της πα­ρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε κατάδικους για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει η παράγραφος 2 του άρθρου 105 του Ν. 1492/1950 "Κύρωση του Ποινικού Κώδικα").

3.* Σε ποινές φυλάκισης που δεν έχουν μετατραπεί, αν έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτών, το τριμελές πλημμελειοδικείο του τόπου κράτησης μετατρέπει το επόμενο ένα πέμπτο αυτών σε χρηματική ποινή και διατάσσει την απόλυση του κρατουμένου, εκτός αν με ειδική αιτιολο­γία κρίνει από την εν γένει συμπεριφορά του κατά το χρόνο έκτισης της ποινής ότι η χρηματική ποινή δεν αρκεί για να αποτραπεί ο κατάδικος από την τέλεση άλλων αξιόποινων πρά­ξεων. Κατά της απόφασης ο κατάδικος μπορεί να ασκήσει έφεση. Εάν το δικαστήριο κρίνει ότι ο κατάδικος βρίσκεται σε απόλυτη οικονομική αδυναμία να καταβάλει τη χρηματική ποινή, τη μετατρέπει σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 82. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 6 έως 8 του άρ­θρου 82.

* Η παρ. 3 τίθεται, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3904/2010.

4.* Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισ­σότερες ποινές, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί υπό όρο, αν έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών, που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Σε κάθε περίπτωση ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει είκοσι πέντε έτη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό.

* Όπως η παρ. 3 αναριθμήθηκε σε παρ. 4 με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3904/2010.

5.* Αν απολυθεί υπό όρο κατάδικος, ο οποίος μετά την έκτιση της ποινής πρέπει να υποβληθεί σε στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, ο χρόνος της δοκιμασίας αρχίζει μετά τη λήξη του μέτρου αυτού. Αν με δικαστική απόφαση έ­χει διαταχθεί η απέλαση του καταδίκου που απολύεται υπό ό­ρο, η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την υπό όρο απόλυση αυτού, εκτός αν η απέλαση είναι αδύνατη, οπότε απολύεται ο κατάδικος και αρχίζει ο χρόνος δοκιμασίας**.

* Όπως η παρ. 4 αναριθμήθηκε σε παρ. 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3904/2010.

** Το εδ. β' της παρ. 5 (τέως παρ. 4) τίθεται, όπως προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 Ν. 3090/2002.

6.** Για τη χορήγηση της υφ' όρον απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί πάντως στον κατάδικο η υφ' όρον απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαπέντε (15) έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός τρίτου ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δεκαπέντε (15) ετών, προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 5 του ν. 2058/1952. Επίσης, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της παραγράφου 1 του άρθρου 299, εφόσον η πράξη τελέσθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής τους σε σωφρονιστικό κατάστημα*.

* Το τελευταίο εδ. της παρ. 6 (τέως παρ. 5) είχε προστεθεί με το άρθρο 26 παρ. 1 Ν. 3772/2009.

** Όπως η παρ. 5 αναριθμήθηκε σε παρ. 6 με το άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3904/2011, είχε προστεθεί με το άρθρο 1 παρ. 5γ Ν. 2408/1996 και είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 3189/2003, πλέον δε η παρ. 6 τίθεται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 4322/2015.

(Προηγούμενη μορφή: "6. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά το Ν. 2058/1952. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον κατάδικο η υπό όρο απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστη­μα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαέξι έτη· Το χρονικό διάσ­τημα των δύο πέμπτων ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δεκαέξι ετών προσαυξάνεται κατά τα δυο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπ­τωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτω­ση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει εί­κοσι έτη. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρ­μόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της εσχά­της προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει το άρ­θρο 5 του Ν. 2058/1952. «Επίσης, οι διατάξεις της παρού­σας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθη­καν για το έγκλημα της παραγράφου 1 του άρθρου 299, εφό­σον η πράξη τελέσθηκε εναντίον υπαλλήλου κατά την εκτέ­λεση της υπηρεσίας του").

7.* Κάθε ημέρα κράτησης κρατουμένων που πάσχουν από ημιπληγία ή παραπληγία, σκλήρυνση κατά πλάκας ή έχουν υποβληθεί σε επέμβαση μεταμόσχευσης καρδιάς, ήπατος, νεφρού ή μυελού ή είναι φορείς του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή πάσχουν από κακοήθη νεοπλάσματα ή από νεφρική ανεπάρκεια για την οποία γίνεται τακτική αιμοκάθαρση ή από φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής.
Το ίδιο ισχύει και για: α) κρατούμενους με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, που δεν μπορούν να εργαστούν, εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, β) κρατούμενους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, γ) κρατούμενους στους οποίους απαγορεύεται ύστερα από γνωμάτευση από Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) η ανάληψη εργασίας ή απασχόλησης που μπορεί βάσιμα να προκαλέσει σοβαρή και μόνιμη βλάβη στην υγεία τους, δ) κρατούμενους οι οποίοι νοσηλεύονται σε θεραπευτικά καταστήματα ή νοσοκομεία εφόσον η νοσηλεία τους έχει διαρκέσει τουλάχιστον τέσσερις (4) μήνες, ε) κρατούμενες μητέρες για όσο διάστημα έχουν μαζί τους τα ανήλικα τέκνα τους, στ) κρατούμενους που συμμετέχουν σε θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης από ναρκωτικά εγκεκριμένου, κατά το άρθρο 51 του ν. 4139/2013 (Α' 74), οργανισμού και ζ) κρατούμενους για όσο διάστημα διαρκεί η κράτησή τους σε χώρους αστυνομικών τμημάτων ή αστυνομικών διευθύνσεων.
Η διακρίβωση της αναπηρίας στις περιπτώσεις α' και β' γίνεται με τη διαδικασία της παραγράφου 4 του άρθρου 110Α. Ο ευεργετικός υπολογισμός διενεργείται από τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46 παρ. 1 του Σωφρονιστικού Κώδικα και λαμβάνεται υπόψη εκτός από την υφ' όρον απόλυση και για τη λήξη της έκτισης της ποινής, τη μετατροπή της σε χρηματική ποινή ή κοινωφελή εργασία ή την αθροιστική έκτιση των ποινών.

* Η παρ. 7 είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 3904/2010 και τροποποιηθεί με το άρθρο 67 παρ. 1 Ν. 4139/2013, πλέον δε η παρ. 7 τίθεται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 Ν. 4322/2015.

(Προηγούμενη μορφή: "7. Κάθε ημέρα παραμονής σε σωφρονιστικό κατάστη­μα κρατουμένων που πάσχουν από ημιπληγία ή παρα­πληγία, σκλήρυνση κατά πλάκας, ή έχουν υποβληθεί σε επέμβαση μεταμόσχευσης καρδιάς, ήπατος, νεφρού ή μυελού, ή είναι φορείς του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, ή πάσχουν από κακοήθη νεοπλά­σματα, ή από νεφρική ανεπάρκεια για την οποία γίνεται τακτική αιμοκάθαρση και από φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο η­μέρες εκτιόμενης ποινής. Το ίδιο ισχύει και: α) για κάθε πάθηση που το διαπιστωμένο από υγειονομική επιτροπή ποσοστό αναπηρίας είναι 80% και άνω, β) για τις κρατούμενες μητέρες για όσο διάστημα έχουν μαζί τους τα ανήλικα τέκνα τους. Για τον ευεργετικό υπολογισμό αποφα­σίζει ο κατά τον Σωφρονιστικό Κώδικα αρμόδιος δικασ­τικός λειτουργός, μετά από αίτηση του κρατουμένου και πρόταση του Συμβουλίου Εργασίας Κρατουμένων. Η παρ. 3 του άρθρ. 46 του Ν. 2776/1999 ως ισχύει, εφαρ­μόζεται αναλόγως για τα πειθαρχικά παραπτώματα των πιο πάνω κρατουμένων").

8.* Σε κάθε περίπτωση, η προσμέτρηση για τον ευεργετικό υπολογισμό των ημερών ποινής των καταδίκων ή υποδίκων δεν διακόπτεται λόγω νοσηλείας στο Νοσοκομείο Κρατουμένων, στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα.

*Η παρ. 8 τίθεται, όπως προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 Ν. 4322/2015.


(1) Βλ. τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 Ν. 4043/2012, «Για την απόλυση κρατουμένων υπό τον όρον της ανάκλησης κλπ.», τα οποία εφαρμόζονται σε ποινές και αξιόποινες πρά­ξεις που έχουν επιβληθεί ή έχουν τελεσθεί μέχρι 13.02.2012.

Παρατηρήσεις
Βλ. σχετικώς και άρθρο 33 Ν. 3904/2010, αλλά και άρθρα 8 παρ. 5 Ν. 4198/2013, 19 παρ 1 έως 4 Ν. 4242/2014, 3, 11 και 12 Ν. 4274/2014, 12 και 14 Ν. 4322/2015.

 

Social Media