Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

Κώδικας Ποινικής Δικονομίας

www.freelaw.gr
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας

Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, όπως κωδικοποιήθηκε πρώτη φορά με το ΠΔ 258/1986.

Έχει τροποποιηθεί με: Ν. 4322/2015Ν. 4264/2014Ν. 4254/2014Ν. 4236/2014, N. 4205/2014 (Ηλεκτρονική Επιτήρηση Κρατουμένων), Ν. 4198/2013, Ν. 4139/2013, Ν. 4055/2012, Ν. 3994/2011, N. 3160/2003, N. 2928/2001.

Άρθρα νόμου

Ποινική δικαιοδοσία ασκούν τα εξής δικαστήρια: α) τα πταισματοδικεία, β) τα πλημμε­λειοδικεία, γ) τα δικαστήρια των ανηλίκων, δ) τα κακουργιοδικεία, ε) τα εφετεία, στ) ο Άρειος Πάγος ως ακυρωτικό.

Διαβάστε περισσότερα..

Στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων δεν εμπίπτουν: α) οι αρχηγοί των ξένων κρατών, β) οι δι­πλωματικοί αντιπρόσωποί τους που είναι διαπιστευμένοι στην Ελλάδα, γ) το προσωπικό της διπλωματικής αντι­προσωπείας ξένου κράτους που είναι διαπιστευμένο στην Ελλάδα, δ) τα μέλη της οικογένειας των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α' και β' και κατοικούν μαζί τους, ε) το υπηρετικό προσωπικό των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α' και β' όταν έχει την ίδια υπη­κοότητα, στ) όλα τα άλλα πρόσωπα που απολαμβάνουν το προνόμιο της ετεροδικίας με βάση είτε συμβάσεις που έχουν συναφθεί με άλλα κράτη, είτε διεθνή έθιμα που γίνονται αποδεκτά απ' όλα τα κράτη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε ειρηνοδικείο είναι ταυτόχρονα και πταισματοδικείο με την προϋπόθεση ότι στην ίδια περιφέρεια δεν υπάρχει ειδικό πταισματοδικείο.

2. Ο πταισματοδίκης: α) δικάζει τα πταίσματα, εκτός από εκείνα που υπάγονται με ειδικές διατάξεις σε άλλο δι­καστήριο ή δημόσιο όργανο, β) ενεργεί προανάκριση για κάθε έγκλημα σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του κώδικα, γ) ενεργεί προκαταρκτική εξέταση ύστερα από παραγγε­λία του εισαγγελέα (άρθρα 31 και 33 παρ. 1).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε δικαστήριο πρωτοδικών είναι ταυτόχρονα και δικαστήριο πλημμελειοδικών.
2. Στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων των πλημμελειοδικών ανήκει: α) η ανάκριση˙ ανακριτές διορίζονται ένας ή περισσότεροι πλημμελειοδίκες σύμφωνα με τις διατάξεις του οργανισμού των δικαστηρίων˙ σε έναν από τους ανα­κριτές που ορίζεται ειδικά γι' αυτό το σκοπό ανατίθεται η ανάκριση κατά ανηλίκων (άρθρο 7), β) η άσκηση της εξου­σίας του δικαστικού συμβουλίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστή­ριο των πλημμελειοδικών αποτελείται από τρεις τακτικούς δικαστές. Επιτρέπεται η αναπλήρωση ενός μόνο δικαστή από πάρεδρο στο πρωτοδικείο, από πταισματοδίκη ή ει­ρηνοδίκη όταν για οποιοδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η σύνθεση. Αν ο πρόεδρος προβλέπει ότι κάποια δίκη θα διαρκέσει πολύ, μπορεί να προσλάβει έως δύο συμπαρεδρεύοντες δικαστές για την αναπλήρωση εκείνων των δι­καστών για τους οποίους τυχόν θα προκύψει κώλυμα κατά τη διάρκεια της δίκης. Σε περίπτωση κωλύματος του προ­έδρου, την προεδρία αναλαμβάνει ο αρχαιότερος απ’ αυ­τούς που απομένουν, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβά­νονται και οι συμπαρεδρεύοντες.

2. Η εκδίκαση των πλημμελημάτων, των πταισμάτων και των εφέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 112 ανήκει στη δικαιοδοσία του τριμελούς πλημμελειοδικείου.

Διαβάστε περισσότερα..

Το μονομε­λές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από ένα πλημμελειοδίκη που ορίζεται κάθε τρίμηνο από την ολομέλεια του δι­καστηρίου μαζί με έναν ή περισσότερους αναπληρωτές από τους πλημμελειοδίκες. Ο πρόεδρος των πρωτοδικών μπορεί να δικάσει ως μόνος πλημμελειοδίκης. Η δικαιοδο­σία του μονομελούς πλημμελειοδικείου ορίζεται στο άρθρο 114. Στο ίδιο δικαστήριο πλημμελειοδικών είναι δυνατό να λειτουργούν και περισσότερα μονομελή. Ως τόπος συνε­δριάσεων του μονομελούς, όταν συνεδριάζει εκτός έδρας, ορίζεται πάντοτε κάποια έδρα ειρηνοδικείου με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και μετά τη γνωμοδότηση της ολομέλειας του αρμόδιου δικαστηρίου πρωτοδικών και του εισαγγελέα εφετών. Με την ίδια διαδικασία μπορεί να ορι­στεί και άλλος τόπος συνεδριάσεων εκτός έδρας ειρηνο­δικείου, αν υπάρχουν σ' αυτόν οι κατάλληλες συνθήκες για συνεδρίαση δικαστηρίου και συζήτηση των υποθέσεων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το μονομελές δι­καστήριο ανηλίκων συγκροτείται από έναν πρωτόδικη σε κάθε πρωτοδικείο, ο οποίος ορίζεται μαζί με έναν αναπλη­ρωτή για δύο χρόνια με απόφαση του Ανώτατου Δικαστι­κού Συμβουλίου και μετά την πρόταση του Υπουργού της Δικαιοσύνης. Προτιμώνται όσοι έχουν ειδικές γνώσεις και γνωρίζουν, αν είναι δυνατόν, μια από τις γλώσσες αγγλική, γαλλική, γερμανική ή ιταλική.

2  Η θητεία των δικαστών ανηλίκων μπορεί να ανανεώ­νεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά πάντα με τη συναίνεσή τους. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους επιτρέπεται η αντικα­τάστασή τους με τον ίδιο πάλι τρόπο, μετά όμως τη σύμ­φωνη και ειδικά αιτιολογημένη γνώμη του προέδρου και του εισαγγελέα εφετών.

3.   Το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων συγκροτείται από το δικαστή ανηλίκων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και από δυο πλημμελειοδίκες που ορίζονται από τον πρό­εδρο πρωτοδικών. Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει, αν είναι δυνατόν, ο δικαστής ανηλίκων. Το εφετείο ανηλίκων συγκροτείται από έναν εφέτη και έναν αναπληρωτή του που ορίζονται σε κάθε εφετείο σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού και από δύο άλ­λους εφέτες, που ορίζονται ως δικαστές ανηλίκων από τον πρόεδρο των εφετών. Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει, αν είναι δυνατόν, ο εφέτης δικαστής ανηλίκων. Η παράγρα­φος 2 του άρθρου 9 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

4  Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων ανηλίκων ορίζεται στο άρθρο 113.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα δικαστήρια που δικάζουν τα κακουργήμα­τα συγκροτούνται ως εξής: α) το μικτό ορκωτό δικαστήριο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή τον ανα­πληρωτή του, δύο πρωτόδικες και τέσσερις ένορκους, β) το μικτό ορκωτό εφετείο συγκροτείται από τον πρόεδρο εφετών, δύο εφέτες και τέσσερις ενόρκους, γ) το τριμελές εφετείο συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπλη­ρωτή του και από δύο εφέτες, δ) το πενταμελές εφετείο συντίθεται από πρόεδρο εφετών και από τέσσερις εφέτες.

2. Το μικτό ορκωτό δικαστήριο συγκροτείται στην έδρα κάθε πρωτοδικείου, και το μικτό ορκωτό εφετείο στην έδρα κάθε εφετείου.

3. Το τριμελές και το πενταμελές εφετείο λειτουργούν στην έδρα κάθε εφετείου.

4Ο εισαγγελέας των εφετών (ή άλλος εισαγγελέας ή αντιεισαγγελέας του ίδιου εφετείου) ασκεί καθήκοντα εισαγ­γελέα στο μικτό ορκωτό εφετείο της έδρας του και στα μικτά ορκωτά δικαστήρια της έδρας και της περιφέρειάς του, στα οποία προσδιορίζει και τις υποθέσεις. Μπορεί επίσης να αναθέτει σε εισαγγελέα ή αντιεισαγγελέα πρω­τοδικών να εκτελεί καθήκοντα εισαγγελέα στα μικτά ορκω­τά δικαστήρια της έδρας και της περιφέρειάς του.

5. Καθήκοντα γραμματέα στο μικτό ορκωτό δικαστήριο εκτε­λεί υπάλληλος της γραμματείας του πρωτοδικείου, ενώ στο μικτό ορκωτό εφετείο υπάλληλος της γραμματείας του εφετείου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το συμβούλιο των εφετών και το δικαστήριο των εφετών συντίθεται από τον πρόεδρο εφε­τών ή τον αναπληρωτή του και από δύο εφέτες. Όταν το δικαστήριο των εφετών δικάζει εφέσεις κατά αποφάσεων του τριμελούς εφετείου, συντίθεται από πρόεδρο εφετών και από τέσσερις εφέτες.

2.Αν για οποιοδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η σύν­θεση, επιτρέπεται η αναπλήρωση ενός μόνο εφέτη στο τριμελές (δικαστήριο ή συμβούλιο) και δύο το πολύ εφετών στο πενταμελές από προέδρους πρωτοδικών ή από πλημμελειοδίκες που έχουν τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία πλημμελειοδικών.

3.Αν ο πρόεδρος προβλέπει ότι κάποια δίκη θα διαρ­κέσει πολύ, μπορεί να προσλάβει έως δύο συμπαρεδρεύοντες δικαστές, όταν το εφετείο αποτελείται από τρεις δικα­στές και έως τρεις όταν αποτελείται από πέντε δικαστές για να αναπληρώσουν αυτούς που θα έχουν τυχόν κώλυ­μα κατά τη διάρκεια της δίκης.

Σε περίπτωση κωλύματος του προέδρου την προεδρία την αναλαμβάνει ο αρχαιότερος μεταξύ αυτών που απομέ­νουν, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συμπαρεδρεύοντες.

Διαβάστε περισσότερα..

 Ο Άρειος Πάγος ως ακυρω­τικό δικαστήριο δικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων και βουλευμάτων και αποτελείται από επτά δι­καστές. Στην περίπτωση της αίτησης αναίρεσης υπέρ του νόμου και στην περίπτωση του άρθρου 513 παρ. 1 το δι­καστήριο δικάζει με την ολομέλειά του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στο εφετείο Αθηνών και στα πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης καθορίζεται από την ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών υποχρεωτικά ιδιαίτερο ποινικό τμήμα. Ο καθορισμός γίνεται με ειδικό κανονισμό, που εκδίδεται μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, εγκρίνεται μέσα στον ίδιο μήνα από τον Υπουργό της Δικαιοσύνης, ο ο­ποίος έχει το δικαίωμα και να τον τροποποιεί ύστερα από γνώμη του προέδρου και του εισαγγελέα του δικαστηρίου. Ορίζονται επίσης, με τον ίδιο κανονισμό, ο πρόεδρος και οι δικαστές του ποινικού τμήματος, οι οποίοι θα απασχο­λούνται αποκλειστικά σ' αυτό για όλο το χρόνο, καθώς και τρεις το πολύ αναπληρωτές. Δεν επιτρέπεται να ορισθούν μέλη του ποινικού τμήματος οι πάρεδροι στο πρωτοδικείο, ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες, που αναπληρώνουν τους δικαστές κατά τις κείμενες διατάξεις.

2Σε κάθε δικαστικό έτος αντικαθίστανται υποχρεωτικά οι μισοί μόνο από τους δικαστές που υπηρετούν στο ποινικό τμήμα, δεν επιτρέπεται όμως σε καμία περίπτωση, ένας δικα­στής να υπηρετήσει σ' αυτό περισσότερα από δύο χρόνια συνεχώς, αν άλλοι δικαστές που ανήκουν στο ίδιο δικαστήριο δεν υπηρέτησαν για μια συνεχή διετία στο ποινικό τμήμα.

3Στις ποινικές συνεδριάσεις του δικαστηρίου και του δικαστικού συμβουλίου μετέχουν υποχρεωτικά αυτοί που ανήκουν στο ποινικό τμήμα. Δεν θίγονται οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του κώδικα, οι σχετικές με την αναπλήρωση των δικαστών που έχουν κώλυμα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στις δημόσιες συνεδριάσεις των δικαστηρίων παρευρίσκεται πάντοτε ένας δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συντάσσει τα πρακτικά με ευθύνη δική του και του δικαστή που διευθύνει τη συνεδρίαση.

2Όταν ο γραμματέας απουσιάζει ή έχει κώλυμα, τον αναπληρώνει ένας υπογραμματέας ή γραφέας. Στη διάρκεια της συνε­δρίασης μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου ν’ αναπληρώσει κάποιος άλλος το γραμματέα, όταν του παρουσιάζεται κώλυμα. Για την απόφαση αυτή δεν χρειάζεται σύμπραξη γραμματέα.

3Ο δικαστικός γραμματέας συμμετέχει και στη συνε­δρίαση του δικαστικού συμβουλίου και αναπληρώνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι αστυνομικές αρχές και η χωροφυλακή οφείλουν να εκτελούν χωρίς καμία χρονοτριβή τις παραγγελίες των δικαστικών και των εισαγγελικών αρχών. Σε περίπτωση ανάγκης, οι δικαστικές και οι εισαγγελικές αρχές έχουν το δικαίωμα να ζητούν τη βοήθεια της αστυνομίας και της χωροφυλακής, ακόμα και τη βοήθεια της ένοπλης δύναμης απευθείας και χωρίς τη μεσολάβηση των προϊσταμένων τους.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εκτός από όσα ορίζο­νται ειδικά στον Οργανισμό των Δικαστηρίων, στον ειδικό νόμο για τα μικτά ορκωτά δικαστήρια και στον κώδικα αυ­τόν δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι εί­ναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό.

2.  Από την άσκηση των παραπάνω έργων σε ποινική υπόθεση αποκλείεται επίσης: α) όποιος αδικήθηκε από το έγκλημα, με εξαίρεση των όσων ορίζονται σχετικά με τα εγκλήματα που γίνονται στο ακροατήριο (άρθρα 116 και 117), β) όποιος είναι σύζυγος του κατηγορούμενου ή του αστικώς υπευθύνου ή εκείνου που αδικήθηκε από το έγ­κλημα. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος είναι συγγενής εξ αίματος με τα πρόσωπα αυτά σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου έως και τον τέταρτο βαθμό ή συγγενής εξ αγχιστείας έως και το δεύτερο βαθ­μό. Ο λόγος αποκλεισμού που οφείλεται στην αγχιστεία εξ­ακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση του γάμου. Απο­κλείεται επίσης εκείνος που είναι ή ήταν επίτροπος ή κη­δεμόνας των ίδιων προσώπων ή που συνδέεται μαζί τους με υιοθεσία, γ) όποιος ήταν συνήγορος του κατηγορουμέ­νου ή του πολιτικώς ενάγοντος ή του αστικώς υπευθύνου στην ίδια υπόθεση, δ) όποιος εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλ­ος στην ίδια υπόθεση.

3.  Ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση από­φασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, α­ποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή εάν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρ­χουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Ο τρόπος γενικά που διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορούμενους δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο για εξαίρεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δικαίωμα να προτείνουν την εξαίρεση έχουν ο εισαγ­γελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικός ενάγων και ο αστι­κός υπεύθυνος.

2.  Η αίτηση για εξαίρεση υποβάλλεται: στο στάδιο της ανάκρισης έως την παράδοση των έγγραφων από τον ανα­κριτή στον εισαγγελέα μετά την τελευταία ανακριτική πρά­ξη (άρθρο 308), στην κύρια διαδικασία πριν αρχίσει η συ­ζήτηση (άρθρο 339), και, τέλος, στη διαδικασία του δικαστι­κού συμβουλίου πριν από την έκδοση του βουλεύματος. Γι' αυτό το σκοπό οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να πληροφορηθούν τη σύνθεση του συμβουλίου από τη στιγμή που ο εισαγγελέας υποβάλλει σ' αυτό την πρότασή του. Αν η αίτηση αφορά την εξαίρεση ολοκλήρου του πολυμελούς δικαστηρίου (άρθρο 136 εδ. α'), ή περισσότερα από ένα μέλη αυτού, η κατάθεσή της γίνεται τουλάχιστον οκτώ (8) μέρες πριν από την ημέρα που έχει προσδιοριστεί για τη συζήτηση της υπόθεσης.

3. Οι αιτήσεις εξαίρεσης κατά των δικαστικών προ­σώπων που συμπράττουν ή πρόκειται να συμπράξουν στην ίδια υπόθεση υποβάλλονται εφάπαξ ως προς όλους τους λόγους εξαίρεσης και κατά όλων των προσώπων αυ­τών πριν από την επιχείρηση της διαδικαστικής ενέργειας. Το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνονται με ενιαία απόφαση. Κάθε μεταγενέστερη αίτηση δεν λαμβάνεται υπόψη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη από το ίδιο δικαστήριο ή συμβούλιο εκτός αν ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι ο λόγος εξαίρεσης έγινε γνωστός ή ανέκυψε μεταγενέστερα. Όταν η αίτηση εξαίρεσης κατά ενός, περισσο­τέρων ή όλων των μελών του δικαστηρίου ή του συμβου­λίου, κρίνεται ότι είναι αόριστη ως προς τα πραγματικά γεγονότα ή προδήλως ανεπίδεκτη εκτίμησης ή ασκείται κα­ταχρηστικά απορρίπτεται στην ίδια συνεδρίαση από την ί­δια σύνθεση του δικαστηρίου ή συμβουλίου στο οποίο υποβάλλεται.

4.  Δεν επιτρέπεται αίτηση εξαίρεσης: α) μελών ή του εισαγγελέα ή του γραμματέα του δικαστηρίου ή του δικα­στικού συμβουλίου, που αποφασίζει για την αίτηση εξαίρε­σης κατά το άρθρο 20, β) τόσων μελών από καθένα των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου, ώστε με τα λοιπά μέλη να μην είναι δυνατή η συγκρότηση του δικαστηρίου κατά τον κανονισμό λειτουργίας του Αρείου Πάγου, γ) πε­ρισσοτέρων των πέντε αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, δ) περισσοτέρων των οκτώ δικαστών ή δύο εισαγγελέων συνολικά για κάθε δικαστήριο ή εισαγγελία, όπου υπηρε­τούν πράγματι τουλάχιστον δώδεκα δικαστές ή τρεις εισαγ­γελείς αντίστοιχα, ε) περισσοτέρων των τεσσάρων δικασ­τών για κάθε δικαστήριο στο οποίο υπηρετούν τουλάχισ­τον επτά δικαστές και περισσοτέρων των δύο όταν υπηρε­τούν λιγότεροι των επτά δικαστών. (Η παρ. 4 του 16 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθ. 7 του Ν. 3090/02).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αίτηση εξαίρεσης δικαστή στο στάδιο της ανάκρισης: Έως την παράδοση των εγγράφων από τον Ανακριτή στον Εισαγγελέα μετά την τελευταία ανακριτική πράξη.

Αίτηση εξαίρεσης δικαστή στη κύρια διαδικασία: Πριν αρχίσει η συζήτηση.

Αίτηση εξαίρεσης δικαστή στη διαδικασία του δικαστικού συμβουλίου: Πριν από την έκδοση βουλεύματος.

Αίτηση εξαίρεσης ολόκληρου του δικαστηρίου: Οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης.

Αίτηση εξαίρεσης δικαστικών προσώπων: Πριν από την επιχείρηση της διαδικαστικής ενέργειας.

 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αίτηση εξαίρεσης πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους λόγους της εξαίρεσης του δικαστικού προ­σώπου, να μνημονεύει ειδικώς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι λόγοι αυτοί και να αναφέρει τα μέσα της απόδειξής τους. Διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου ή συμβουλίου στο οποίο υποβάλλεται.

2Την αίτηση εξαίρεσης πρέπει να υπογράφει ο ίδιος ο αιτών ή πληρεξούσιος που έχει ειδική γι’ αυτό πληρεξουσι­ότητα. Μεταγενέστερη προσκόμιση του εγγράφου της πλη­ρεξουσιότητας δεν επιτρέπεται για κανένα λόγο. Στο έγ­γραφο της πληρεξουσιότητας πρέπει να αναφέρονται ειδι­κά και συγκεκριμένα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ε­ξαίρεση. Σε περίπτωση μη τήρησης των πιο πάνω διατυ­πώσεων, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου ή συμβουλίου στο οποίο υ­ποβάλλεται.

3.  Η αίτηση εξαίρεσης εγχειρίζεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, όπου υπηρετεί το πρόσωπο του οποίου ζη­τείται η εξαίρεση. Αν ζητείται η εξαίρεση μέλους μικτού ορ­κωτού δικαστηρίου ή μικτού ορκωτού εφετείου, η αίτηση εγχειρίζεται στον εισαγγελέα εφετών, αν δε αφορά μέλος του πταισματοδικείου στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

4Η αίτηση για την εξαίρεση μέλους δικαστηρίου που συνεδριάζει μπορεί να υποβληθεί και με προφορική δήλω­ση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η δήλωση γίνεται αυτοπροσώπως ή από συνήγορο που έχει ειδική γι’ αυτό πληρεξουσιότητα, εφαρ­μόζεται δε αναλόγως και η διάταξη της παραγράφου 2. Διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου στο οποίο υποβάλλεται. Όταν η αίτηση εξαίρεσης κατά ε­νός, περισσοτέρων ή όλων των μελών του δικαστηρίου, κρίνεται ότι είναι αόριστη ως προς τα πραγματικά γεγονό­τα ή προδήλως ανεπίδεκτη εκτίμησης ή ασκείται καταχρη­στικά απορρίπτεται στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύν­θεση του δικαστηρίου στο οποίο υποβάλλεται.  (Το άρθρ. 17 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του άρθρ. 26, του Ν. 4055/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η αίτηση για εξαίρεση έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα (άρθρο 16 παρ. 2 και 3) ή παράτυπα ή αν έχει ελλείψεις στο πε­ριεχόμενο, το αρμόδιο, κατά το άρθρο 20, δικαστήριο ή συμβούλιο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα την α­πορρίπτει ως απαράδεκτη μέσα σε δυο το πολύ ημέρες α­πό την υποβολή της. Στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο δεν συμμετέχει εκείνος που τον αφορά η εξαίρεση [1]. Στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο στην ίδια συνε­δρίαση αποφασίζει, αν είναι αρμόδιο, αν η αίτηση για εξαίρεση είναι παραδεκτή. Η απόφαση εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακουστούν αυτός που ζήτησε προφορικά την εξαίρεση και οι υπόλοιποι διάδικοι που παρευρίσκονται στο δικαστήριο.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Κήρυξη απαράδεκτης της αίτησης εξαίρεσης: Το πολύ σε δύο μέρες από την υποβολή αυτής.

 

 

[1] Στο δεύτερο εδάφ. της παρ. 1 του άρθρ. 20, υπήρχε η φράση «αφού ακούσει τον εισαγγελέα, τον αιτούντα και τους διαδίκους που καλούνται είκοσι τέσσερες ώρες πριν», η οποία απαλείφθηκε με την παρ. 7 του άρθ. 32 του Ν. 4055/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αίτηση για εξαίρεση, που υποβάλλεται όπως ορίζουν τα άρθρα 16 και 17, ανακοινώνεται από τον εισαγγελέα χωρίς καμία χρονοτριβή σ’ εκείνον που η εξαίρεσή του ζητείται.

2Αυτός, έχοντας δικαίωμα να πληροφορηθεί αμέσως το περιεχόμενο των έγγραφων που κατατέθηκαν, έχει και την υποχρέωση μέσα σε 24 ώρες να εκφράσει γραπτά τις απόψεις του και ταυτόχρονα να απέχει από τα καθήκοντά του στην υπόθεση. Πρέπει όμως να ενεργήσει τις πράξεις που δεν μπορούν να αναβληθούν αν δεν υπάρχει αυτός που έγκαιρα θα μπορούσε να τον αναπληρώσει σ’ αυτές τις πράξεις σύμφωνα με το νόμο˙αλλιώς τιμωρείται με πειθαρχική ποινή και πληρωμή όλων των ζημιών και εξόδων. Οι πράξεις του όμως αυτές είναι άκυρες αν γίνει δεκτή η αίτη­ση εξαίρεσης για τους λόγους αποκλεισμού του άρθρου 14.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Κοινοποίηση αίτησης εξαίρεσης σε εκείνον του οποίου η εξαίρεση ζητείται: Απο τον Εισαγγελέα χωρίς καμία χρονοτριβή.

Γραπτή έκφραση απόψεων εκείνου του οποίου η εξαίρεση ζητείται: Μέσα σε 24 ώρες από την κοινοποίηση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μέσα σε δύο (2) ημέ­ρες από την κοινοποίηση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 ο εισαγγελέας εισάγει την αίτηση εξαίρεσης στο δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ή στο συμβούλιο αν η αίτηση αφορά ανακριτή ή μέλος του δικαστικού συμβουλίου. Το δικαστήριο ή το συμβούλιο συνεδριάζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται για το καθένα από τον Κώδικα (άρθρα 305, 306, 329 επ.), αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης. Στη σύνθεση δεν μπορεί να μετέχει εκείνος του οποίου ζητείται η εξαίρεση. Αυτός αναπληρώνεται σύμφωνα με το νόμο. (*)

2. Αν η εξαίρεση αφορά μέλος του εκ τακτικών δικα­στών δικαστηρίου ή του εισαγγελέα ή ενόρκου του μικτού ορκωτού δικαστηρίου ή του μικτού ορκωτού εφετείου, αρ­μόδιο είναι το εκ τακτικών δικαστών δικαστήριο. (Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρ. 26, του Ν. 4055/12-3-12).

3Αν το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν μπορεί να συγκροτηθεί νόμιμα, τότε για την αίτηση εξαίρεσης αποφα­σίζει χωρίς καμία χρονοτριβή σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 το αμέσως ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο ή συμ­βούλιο. Αν πρόκειται για δικαστήριο συνέδρων αποφασί­ζει το δικαστήριο των εφετών, και αν πρόκειται για εφετείο αποφασίζει το πλησιέστερο εφετείο (άρθρο 499).

(*) Στο δεύτερο εδάφ. της παρ. 1 του άρθρ. 20, υπήρχε η φράση «αφού ακούσει τον εισαγγελέα, τον αιτούντα και τους διαδίκους που καλούνται είκοσι τέσσερες ώρες πριν», η οποία απαλείφθηκε με την παρ. 7 του άρθ. 32 του Ν. 4055/12-3-12.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Εισαγωγή αίτησης εξαίρεσης στο δικαστήριο: Από τον Εισαγγελέα δύο (2) ημέρες από την κοινοποίηση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν βεβαιωθεί ο λόγος γίνεται δε­κτή η εξαίρεση και διατάσσεται εκείνος που εξαιρέθηκε να απέχει από τα καθήκοντά του στην υπόθεση. Αν δεν υπάρ­χει αναπληρωτής του, το δικαστήριο ή το δικαστικό συμ­βούλιο παραπέμπει τη δίκη σε άλλο δικαστήριο ή συμ­βούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχ. α' και 137 παρ. 1. Διαφορετικά, κατά τις περιστάσεις, ή απορρίπτεται η αίτηση ή διατάσσεται ο αιτών να φέρει ισχυρότερες αποδείξεις.

2. Αν απορριφθεί η αίτηση, καταδικάζεται ο αιτών στην πληρωμή των εξόδων. Αν ταυτόχρονα αποδειχτούν εντε­λώς ψευδείς οι λόγοι εξαίρεσης που προβλήθηκαν, εκτός από την πληρωμή των εξόδων, καταδικάζεται επίσης και σε χρηματική ποινή 12 έως 120 ευρώ.

Διαβάστε περισσότερα..

Η απόφαση που δέχεται την εξαί­ρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτήν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε δικαστικός λειτουργός που αναφέρεται στο άρθρο 14 οφείλει να δηλώσει αμέσως στον πρόεδρο του δικαστηρίου όπου υπηρετεί το γνωστό σ' αυτόν λόγο για τον οποίο αποκλείεται ή εξαιρείται από τα καθήκοντά του σε ορισμένη υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15, με σκοπό να του επιτραπεί η αποχή. Ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστη­ρίου και ο εισαγγελέας, που είναι προϊστάμενος εισαγγελίας, υποβάλλουν τη δήλωση αυτή στους νόμιμους αναπληρωτές τους, ενώ οι αντεισαγγελείς στον εισαγγελέα. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2.

2. Αν πρόκειται για μέλος πταισματοδικείου, οφείλει να απέχει από τα καθήκοντά του, να ειδοποιήσει σχετικά τον αρμόδιο εισαγγελέα αμέσως και να περιμένει την απόφα­ση του δικαστικού συμβουλίου σύμφωνα με την παρ. 4.

3. Τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται στις προ­ηγούμενες παραγράφους οφείλουν να δηλώσουν με τον ί­διο τρόπο τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επι­βάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόν­των τους, ακόμα και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι της παρ. 1.

4. Σε όλες τις περιπτώσεις του άρθρου αυτού, το δικα­στήριο, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, αφού ακούσει τη γνώμη του εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία διαδίκων, α­ποφασίζει αν εκείνος που υπέβαλε τη δήλωση πρέπει να απέχει ή όχι από την άσκηση των καθηκόντων του.

5. «Όταν συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης ή σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, η δήλωση αποχής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο δικαστικός λειτουργός ελέγ­χεται πειθαρχικά αν δηλώσει αδικαιολογήτως αποχή». (Η παρ. 5 τίθεται όπως προστέθηκε από την παρ. 5 του άρθρ. 26, του Ν. 4055/6-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο δικαστικός λειτουργός, ακόμα και μετά την υποβολή της αίτη­σης για εξαίρεση, υπέβαλε τη δήλωση αποχής που προβλέπεται στο άρθρο 23, το δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει πρώτα για την αποχή, ανεξάρτητα αν η τελευταία στηρίζεται στους ίδιους λόγους όπως και η αίτηση εξαίρεσης. Αν η αποχή γίνει δεκτή, η αίτηση για εξαίρεση θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε. Αν όμως η αποχή απορριφθεί, η διαδικασία για την εξαίρεση προχωρεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα, σε οποιοδήποτε λόγο και αν στηρίζεται η αίτηση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αποκλεισμού ή εξαίρεσης που ορίζονται στα άρ­θρα 14 και 15, οι προανακριτικοί υπάλληλοι (άρθρο 33 παρ. 1 και 2 και άρθρο 34) οφείλουν να τον αναφέρουν στον προϊστάμενό τους εισαγγελέα, χωρίς καμία χρονο­τριβή, συνεχίζοντας όμως το έργο τους.

2Ο εισαγγελέας δέχεται την αίτηση, αν οι λόγοι που προβάλλονται είναι βάσιμοι και υπάρχει αντικαταστάτης. Οι πράξεις που έγιναν από τον υπάλληλο που έκανε τη δήλωση παραμένουν έγκυρες.

Διαβάστε περισσότερα..

Κάθε δικαστικός λειτουργός που αναφέρεται στο άρθρο 14, καθώς και κάθε προανακριτικός υπ­άλληλος που αναφέρεται στο άρθρο 25, ο οποίος, αν και γνωρίζει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του κάποιος λόγος για να εξαιρεθεί ή να αποκλειστεί, παραλείπει να τον ανα­φέρει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του κεφαλαίου, ή, όταν ζητηθεί η εξαίρεσή του, αρνείται αυτό το λόγο, τιμω­ρείται με πειθαρχική ποινή και καταδικάζεται σε αποζημί­ωση και πληρωμή των εξόδων, χωρίς να αποκλείεται και η εφαρμογή των διατάξεων του ποινικού κώδικα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Την ποι­νική δίωξη την ασκεί στο όνομα της Πολιτείας ο εισαγγε­λέας των πλημμελειοδικών (άρθρο 43). Στα πρωτοδικεία Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Πατρών ο εισαγγε­λέας εφετών ορίζει ειδικά για την άσκηση της ποινικής δίωξης κατά ανηλίκων έναν εισαγγελέα πρωτοδικών και τον αναπληρωτή του. Όταν το μονομελές πλημμελειοδι­κείο συνεδριάζει εκτός έδρας του πρωτοδικείου και ο εισ­αγγελέας πλημμελειοδικών έχει κώλυμα και δεν υπάρχει αντεισαγγελέας να τον αναπληρώσει, μπορεί να ασκεί χρέ­η εισαγγελέα ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης, που ορίζο­νται από τον πρόεδρο των πρωτοδικών, μετά από σχετι­κό έγγραφο του εισαγγελέα πρωτοδικών. (Το δεύτερο εδ. της παρ. 1 του άρθρου 27 τίθεται όπως τροπο­ποιήθηκε με το άρθρο 4, παρ. 1, του Ν. 3189/03).

2. Την ποινική δίωξη στα πταισματοδικεία ασκεί ο δη­μόσιος κατήγορος που ορίζεται για το σκοπό αυτόν. Εί­ναι δυνατόν όμως η άσκηση της ποινικής δίωξης να ανα­τεθεί στον πταισματοδίκη, οπότε το πταισματοδικείο συγ­κροτείται χωρίς να παρίσταται δημόσιος κατήγορος. Η ανάθεση της ποινικής δίωξης στον πταισματοδίκη γίνεται με προεδρικό διάταγμα που προκαλεί ο Υπουργός Δικαι­οσύνης μετά την πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

3. «Κατηγορούσα αρχή είναι ο εισαγγελέας κάθε δικαστη­ρίου, στο πταισματοδικείο δε ο δημόσιος κατήγορος». (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 27, του Ν. 4055/6-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

Τα πρόσωπα που σύμφωνα με το άρθρο 27 ασκούν την ποινική δίωξη είναι κατά την άσκηση των κα­θηκόντων τους και με τη επιφύλαξη των σχετικών διατά­ξεων του Οργανισμού των Δικαστηρίων και των άρθρων 333, 334 και 335 του Κώδικα ανεξάρτητα από κάθε άλλη αρχή, καθώς και από τα δικαστήρια όπου υπηρετούν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστή­ριο των εφετών συνεδριάζοντας ως συμβούλιο σε ολομέ­λεια με την παρουσία και του εισαγγελέα έχει το δικαίω­μα να ακούει τις ανακοινώσεις μέλους του (άρθρο 37) και να παραγγέλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα να κινήσει την ποινική δίωξη.

2. Έχει ακόμα το δικαίωμα να διατάξει τον εισαγγε­λέα εφετών να κινήσει ποινική δίωξη για κάθε έγκλημα και για κάθε υπαίτιο. Αν αυτή έχει ήδη ασκηθεί από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, έχει το δικαίωμα να διατά­ξει να υποβληθούν τα έγγραφα στον εισαγγελέα εφετών.

3Και στις δύο περιπτώσεις της παρ. 2 ένας από τους εφέτες, που τον ορίζει η ολομέλεια εκπληρώνει καθήκο­ντα ανακριτή στην υπόθεση και ή ενεργεί ο ίδιος κάθε ανακριτική πράξη ή αναθέτει την ενέργειά τους στον ανα­κριτή πλημμελειοδικών. «Ο εφέτης που ορίσθηκε από την Ολομέλεια Εφετών ως ανακριτής, ολοκληρώνει την ανάκριση, έστω και αν μετά τον ορισμό του προαχθεί. Το ίδιο ισχύει και για τις υποθέσεις, για τις οποίες η Ολο­μέλεια του Εφετείου έχει ήδη ορίσει Εφέτη Ανακριτή. (Τα αμέσως προηγούμενα δύο εδάφια - δεύτερο και τρίτο - της παρ. 1 άρθρου 29 τίθενται όπως προστέθηκαν με την παρ. 2 του άρθ. 12, Ν. 3783/2009). Ο εισαγγελέας εφετών έχει όλα τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του εισαγγελέα πλημμελειοδικών˙ το συμβού­λιο εφετών έχει τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του συμ­βουλίου πλημμελειοδικών και αποφασίζει για την κατηγο­ρία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

4. Για εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία (άρθρα 235 - 263α ΠΚ) καθώς και για τα εγκλήματα που τιμω­ρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α), όπως ισχύει, εφόσον έχουν τελεσθεί από δικαστικό λειτουργό και τιμωρούνται σε βαθμό κακουρ­γήματος, όπως και για τα συναφή με αυτά κακουργήματα ή πλημμελήματα, ανεξάρτητα από τον τόπο τέλεσής τους, αρμόδιο είναι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Η προκαταρκτική εξέταση για τα ανωτέρω εγ­κλήματα διενεργείται από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πά­γου, ο οποίος μπορεί να παραγγέλλει τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων από τους κατά τόπον Εισαγγελείς Ε­φετών ή Πρωτοδικών. Η ποινική δίωξη ασκείται από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, μετά από παραγγελία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση. Για την ανάκριση των εγκλη­μάτων αυτών ορίζεται από την Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών ως ανακριτής Πρόεδρος Εφετών ή Εφέτης, οι ο­ποίοι ολοκληρώνουν την ανάκριση, έστω και αν μετά τον ορισμό τους προαχθούν. Το ίδιο ισχύει και για τις υπο­θέσεις για τις οποίες η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών έχει ήδη ορίσει Εφέτη Ανακριτή. Αν ο δικαστικός λειτουρ­γός υπηρετεί στο Εφετείο ή στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του για τα παραπάνω εγκλήματα, δύναται, κατόπιν αποφάσεως του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, να μετατε­θεί σε άλλο Εφετείο ή Εισαγγελία Εφετών, έως την έκδο­ση αμετάκλητης απόφασης. Στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 136 στοιχ. ε' και 137 Κ.Π.Δ.. (Η παρ. 4 του άρθρου 29 προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 3472 /4-7-2006).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει το δικαίωμα να παραγγέλλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για κάθε αξιόποινη πράξη.

2. Στα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και στα εγκλήματα από τα οποία μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις του κράτους, με την εξαίρεση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών στις διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει το δικαίωμα με προηγούμενη σύμφωνη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να αναβάλει την έναρξη της ποινικής δίωξης ή να αναστείλει την ποινική δίωξη. Η αναστολή της ποινικής δίωξης μπορεί να γίνει το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο.

3. Σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης ο Υπουργός Δι­καιοσύνης μπορεί να ζητήσει από τον Εισαγγελέα του Α­ρείου Πάγου να παραγγείλει τη διενέργεια της ανάκρισης και την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ’ α­πόλυτη προτεραιότητα.

*Οι παράγραφοι 1 και 3 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 του Ν. 3160/2003.

*Η παράγραφος 2 αντικαστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.14 Ν. 4254/2014.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αναστολή ποινικής δίωξης από Υπουργό Δικαιοσύνης: To αργότερο εως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο.

 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ περ. 2

"2. Στα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και στα εγκλήματα από τα οποία μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέ­σεις του Κράτους, ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει το δικαί­ωμα με προηγούμενη σύμφωνη απόφαση του Υπουρ­γικού Συμβουλίου να αναβάλει την έναρξη της ποινικής δίωξης ή να αναστείλει την ποινική δίωξη. Η αναστολή της ποινικής δίωξης μπορεί να γίνει το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο."

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο εισαγ­γελέας πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί: α) προκαταρκτική εξέταση για να κρίνει αν υπάρχει περίπ­τωση ποινικής δίωξης, β) προανάκριση για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη. Μπορεί ακόμα να παρευρίσκεται ο ίδιος ή ένας από τους αντεισαγγελείς που υπάγονται σ' αυτόν κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης και να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που α­φορούν την ανάκριση.

2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυ­ση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ο­ρισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρό­σωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ (48) ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δι­καίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προ­θεσμία μέχρι σαράντα οκτώ (48) ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης έχει δι­καίωμα να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να προτείνει μάρτυρες προς εξέταση και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως, είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κα­τά το άρθρο 96 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση, υποχρεούται να ενημερώ­σει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για τα παραπάνω δικαιώματά του. Οι διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 πε­ριπτώσεις γ', δ' και ε' εφαρμόζονται αναλόγως. Προη­γούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικο­γραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύτηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του. (Η παρ. 2 του άρθρ. 31 τίθεται ό­πως αντικαταστάθηκε με το άρθρ 5 του Ν. 3346/05).

3. «Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρ­θρο 36 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κί­νηση ή όχι της ποινικής δίωξης δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση». (Η παράγρα­φος 3 του άρθρ. 31 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του Ν. 3904/23-12-2010 - ΦΕΚ 218Α).

Βλ. τα άρθρα 11 επ. του Ν. 3500/24-10-2006 κατά τα οποία στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ο αρμόδιος για την άσκηση ποινικής δίωξης εισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα διαμεσολάβησης κατά τη διαδικασία των άρθρων αυτών.

Προθεσμίες

Κλήση "υπόπτου" για παρόχή εξηγήσεων στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης: Πριν από 48 ώρες.

Ανώτατη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης: Τρείς μήνες. Δυνατή η παράταση για άλλους τρείς το πολύ μήνες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Καμία απόφα­ση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας.

2. Ο εισαγγελέας έχει υποχρέωση να παρευρίσκεται στο ακροατήριο όσο διαρκεί η διαδικασία. Στα μικτά ορ­κωτά δικαστήρια και στο δικαστήριο των εφετών, όταν αυτό δικάζει κακουργήματα και παρίστανται τρεις συνήγοροι των κατηγορουμένων, μπορεί μαζί με τον εισαγγελέα να παρίσταται και ένας από τους νόμιμους αναπληρωτές του.

3. «Στις συνεδριάσεις του πταισματοδικείου παρίσταται ο δημόσιος κατήγορος (άρθρο 27 παράγραφος 3)». (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 26, του Ν. 4055/12-ΦΕΚ 51Α/12-3-12.)

4. Ο εισαγγελέας έχει υποχρέωση να υποβάλλει πά­ντοτε, προφορικά ή γραπτά, προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του δικαστηρίου ή του ανακριτή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση (άρθρο 31 παρ. 1 στοιχ. α' και β') γίνονται ύστερα από παραγ­γελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών και υπό τη διεύθυν­σή του : α) από τους πταισματοδίκες και ειρηνοδίκες, β) από τους βαθμοφόρους της χωροφυλακής που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπενωμοτάρχη και γ) από τους αστυνομικούς υπαλλήλους που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπαρχιφύλακα.

2Αν οι παραπάνω δεν υπάρχουν ή έχουν κώλυμα και έως ότου αναλάβουν την προανάκριση, αν υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή, η προανάκριση γίνεται από τον πρόεδρο ή το γραμματέα της κοινότητας.

3Στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος προανάκριση ενεργεί και ο ανακριτής. Την προανάκριση κατά των ανη­λίκων μπορεί να την ενεργεί ο ειδικός ανακριτής ανηλίκων (άρθρο 4 παρ. 2α).

Διαβάστε περισσότερα..

Η προκαταρτική εξέταση και η προανάκριση ορισμένων εγκλη­μάτων ενεργείται και από δημόσιους υπαλλήλους, όπου αυτό προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, πάντοτε υπό τη δι­εύθυνση και την εποπτεία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. (Το άρθρο 34 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του Ν. 3160/30-6-2003).

Διαβάστε περισσότερα..

Η ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση ανήκει στον εισαγγε­λέα εφετών, που έχει επιπλέον το δικαίωμα να ενεργεί, προσωπικά ή με κάποιον από τους αντεισαγγελείς που υπάγονται σε αυτόν, προκαταρκτική εξέταση κατά το άρ­θρο 31 για κάθε έγκλημα που γίνεται στην περιφέρειά του, εφόσον δεν έχει διαταχθεί προηγουμένως προκαταρ­κτική εξέταση από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Ο ει­σαγγελέας εφετών, μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης που ενήργησε, είτε αρχειοθετεί την υπόθεση, εφόσον στο μεταξύ ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών δεν έχει κινήσει την ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, είτε παραγγέλλει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Το ίδιο δικαίωμα, χωρίς τους περιορισμούς των προηγούμενων εδαφίων, έχει και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος μπο­ρεί επίσης σε υποθέσεις εξαιρετικής φύσης να διατάσσει τη διεξαγωγή της ανάκρισης και την εισαγωγή της υπό­θεσης, στο ακροατήριο κατ' απόλυτη προτεραιότητα. «Στα εγκλήματα των άρθρων 235 έως 261 του Ποινικού Κώδικα, όταν τελούνται με δόλο και συναρτώνται με την επιδίωξη ή εξασφάλιση οφέλους από την πλευρά του υ­παλλήλου, η διεξαγωγή της ανάκρισης και η εισαγωγή στο ακροατήριο γίνεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα». (Το άρθρο 35 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρ­θρο 4 του Ν. 3160/30-6-2003, το δε τελευταίο εδάφιο τίθεται όπως προστέθηκε με την παρ. 1, του άρθρου 16, του Ν. 3849/26-5-2010).

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν δεν απαιτείται έγκληση ή αίτηση, η ποινική δίωξη κινείται αυτεπάγγελτα, ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώσουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγ­γελέα οτιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως.

2.  Οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και εκεί­νοι στους οποίους ανατέθηκε προσωρινά δημόσια υπηρε­σία, έχουν την ίδια υποχρέωση για τις αξιόποινες πράξεις της παρ. 1, αν πληροφορήθηκαν γι' αυτές κατά την εκτέ­λεση των καθηκόντων τους. (*)

3. Η ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και πρέπει να περι­έχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την αξι­όποινη πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις.

 

(*) Βλ. άρθρο 23, Ν. 3500/06 για την υπο­χρέωση ενημέρωσης των αρχών από εκπαιδευτικούς οι οποίοι διαπιστώνουν ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος μαθητή έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας.

 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όταν κατά τη διάρκεια πολιτικής ή ποινικής δί­κης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηριστεί έγκλη­μα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο δικαστής, αν σύμφωνα με το νόμο δεν μπορεί να το δικάσει ο ίδιος αμέσως, οφείλει να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγ­γελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα.

2. Το ίδιο υποχρεούται να κάνει και όταν πρόκειται για έγκλημα μη διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, αν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση στην αρμόδια αρχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διατάξεις του άρθρου 38 εφαρμόζονται και στις υποθέσεις διοικητικής και πειθαρχικής δικαιοδοσίας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ακόμα και οι ιδιώτες οφείλουν στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο, αν αντιληφθούν οι ίδιοι αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως, να την αναγγείλουν στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο. Η αναγγελία αυτή μπορεί να γίνει εί­τε εγγράφως με μια αναφορά ή προφορικά, οπότε συντάσσεται έκθεση.

2.  Στην αναφορά ή την προφορική δήλωση πρέπει να αναφέρονται όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν την πρά­ξη, τους δράστες και τις αποδείξεις.

3Αν πολλοί πληροφορήθηκαν για την αξιόποινη πρά­ξη, τότε καθένας έχει ξεχωριστά την υποχρέωση αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει ότι απαιτείται αίτηση της αρχής για να ασκηθεί ποι­νική δίωξη, η αίτηση γίνεται σε κάθε εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής, γραπτά ή προφορικά και συντάσσεται έκθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εκτός α­πό αυτόν που αδικήθηκε και οποιοσδήποτε άλλος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει στην αρχή τις αξιόποινες πρά­ξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, τις οποίες πληροφορήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο.

2. Η μήνυση γίνεται απευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλ­λήλους, είτε από τον ίδιο το μηνυτή είτε από ειδικό πληρ­εξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπο­γραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποια­δήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκ­θεση για την κατάθεση της μήνυσης. Μπορεί επίσης η μήνυση να γίνει και προφορικά, οπότε συντάσσεται έκθε­ση, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ.

3. Αν η μήνυση έγινε σε ανακριτικό υπάλληλο, αυτός τη στέλνει χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο για την ποινι­κή δίωξη εισαγγελέα ή στο δημόσιο κατήγορο.

4.  Ο μηνυτής, κατά την υποβολή της μήνυσης ενώπι­ον κάθε αρμόδιας αρχής, καταθέτει, με ποινή το απαρά­δεκτο αυτής, παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού εκατό (100) ευρώ. (Το ποσό των 100 ευρώ τίθεται όπως αναπροσαρμόσθηκε με την ΚΥΑ 1238223-12-10). Σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή άλλης αντικειμενικής αδυναμίας εκδόσεως του παραβόλου, αυτό μπορεί να προσκομισθεί το βραδύτερο εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών, χωρίς να κωλύεται η ποινική διαδικασία. Το ύψος του ποσού του παραβόλου αναπρο­σαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονο­μίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. (Η παρ. 4 του άρθ. 42 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69, παρ.1 του Ν. 3659/16-4-2008).

5. «Η κατάθεση της μήνυσης μπορεί να γίνεται και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 (Α' 125). Οι λεπτομέρειες και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την εφαρ­μογή της εν λόγω διάταξης καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». (Η παρ. 5 τίθεται όπως προστέθηκε από την παρ. 4 του άρθρ. 27, του Ν. 4055/12-ΦΕΚ 51Α/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

1 «Ο εισαγγε­λέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποι­νική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφό­σον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενι­κού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπη­ρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 (Α' 296) και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση.

2. Αν η μήνυση ή η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών τη θέτει στο αρχείο και υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος έχει δικαίωμα να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση αν πρόκειται για κακούργημα ή την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στα λοιπά εγκλήματα.

3. Αν έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παράγραφο 2 του άρ­θρου 243 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς εν­δείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο και υποβάλλοντας τη δικογραφία στον εισαγ­γελέα εφετών, αναφέρει σε αυτόν τους λόγους για τους οποίους δεν άσκησε ποινική δίωξη. Ο τελευταίος έχει δι­καίωμα να παραγγείλει την άσκηση ποινικής δίωξης.

4. Μήνυση ή η αναφορά, η οποία υποβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο ανωνύμως ή με ανύπαρκτο όνομα, τίθε­ται αμέσως στο αρχείο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών και εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παράγραφο 2. Όταν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που μνημονεύονται ειδικά στην παραγγελία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μπορεί να διαταχθεί και προκαταρκτι­κή εξέταση.

5. Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή καλεί το μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκατα­ρκτική εξέταση να παράσχει εξηγήσεις». (Το άρθρ. 43 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του άρθρ. 27, του Ν. του Ν. 4055/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε περίπτωση πλημμελήματος, αν η ποινή που πιθανολογείται ότι θα επιβληθεί στον υπαίτιο, αλλά και οι άλλες συνέπειές της κατά τον ποινικό κώδικα, είναι μη­δαμινές συγκριτικά με την ποινή που του είχε επιβληθεί αμετάκλητα στο παρελθόν για άλλη πράξη και που τώρα την εκτίει, ο εισαγγελέας, με την έγκριση του εισαγγελέα εφετών, έχει το δικαίωμα να αναβάλει για αόριστο χρόνο την ποινική δίωξη με αιτιολογημένη διάταξή του. Αν ό­μως η ποινική δίωξη έχει αρχίσει, την αναστολή της για αόριστο χρόνο τη διατάσσει αμετάκλητα το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο με πρόταση του εισαγγελέα.

2. Παρόμοια αναβολή ή αναστολή ποινικής δίωξης μπορεί να διαταχθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις και όταν ο κατηγορού­μενος έχει ήδη παραπεμφθεί στο ακροατήριο για βαρύτερη πράξη, εκτός αν η ποινική δίωξη για την ελαφρότερη πράξη είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας γενικά ή για την εκτίμηση του χαρακτήρα του κατηγορουμένου.

3. Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις μπορεί αργό­τερα να διαταχθεί από τις ίδιες αρχές η ποινική δίωξη ή η συνέχιση εκείνης που είχε ανασταλεί: α) αν η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε και έγινε αφορμή να διαταχθεί αναστολή για την άλλη πράξη έπαψε για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο και β) μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της κατηγορίας που εκκρεμεί και έγινε αφορμή να ανασταλεί η δίωξη.

4. Στις περιπτώσεις αναστολής της ποινικής δίωξης σύμφωνα με τις παρ. 1, 2 και 3, δεν θίγονται τα δικαιώ­ματα των παθόντων, που μπορούν να τα επιδιώξουν στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περιπτώ­σεις του εγκλήματος της εκβίασης, που τελείται με την απειλή ότι θα αποκαλυφθεί αξιόποινη πράξη, ή της απάτης που, αν την καταμήνυε ο παθών, ήταν ενδεχόμενο να αποκαλυφθεί από την ανάκριση ενοχή του για άλλη συναφή με την απάτη πράξη και να διωχτεί ποινικά, μπορεί ο εισαγγελέας, ύστερα από έγκριση του εισαγγελέα εφετών, με αιτιολογημένη διάταξή του να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη για την πράξη της οποίας η αποκάλυψη απειλήθηκε με την εκβίαση ή για την οποία ήταν δυνατόν να διωχτεί αυτός που εξαπατήθηκε, με την προϋπό­θεση ότι η δίωξή της, συγκρινόμενη με την βαρύτητα της εκβία­σης ή της απάτης που επρόκειτο να διωχτούν, δεν είναι απαραί­τητη για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 44 εφαρμόζεται και σ' αυτή την περίπτωση.

Διαβάστε περισσότερα..

***1. Αν ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πταίσμα ή πλημμέλημα, ο εισαγγελέας μπορεί να απόσχει από την άσκη­ση της ποινικής δίωξης αν κρίνει, ερευνώντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την όλη προσωπικότητα του ανηλίκου, ότι η άσκησή της δεν είναι αναγκαία για να συγ­κρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Απαιτείται σε κάθε περίπτωση ακρόαση του ανηλίκου*.

*Το β' εδ. της παρ. 1 του άρθρου 45Α τίθεται, όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 Ν. 3860/10.

2.** Στον ανήλικο μπορεί να επιβληθούν με διάταξη του εισαγγελέα ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' έως και ια' του άρθρου 122 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Με την ίδια διάταξη ορίζεται και η προθεσμία συμμόρφωσης. Αν ο ανήλικος συμμορφωθεί με τα μέτρα και τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν, ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 43 παρ. 2. Σε αντίθετη περίπτωση ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1. Για την έκδοση της διάταξης απαιτείται προηγούμενη έκθεση του αρμόδιου επιμελητή ανηλίκων.

**Η παρ. 2 τίθεται, όπως, αντικαταστάθηκε δυνάμει του άρθρου 9 παρ. 1 Ν. 4322/2015.

(Προηγούμενη μορφή: "2. Στον ανήλικο μπορεί να επιβληθούν με διάταξη του εισαγγελέα ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' έως και ια' του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και η καταβολή χρηματικού ποσού μέχρι 1.000 ευρώ σε μη κερδοσκοπικό ή κοινωφελές νομικό πρόσωπο. Με την ίδια διάταξη ορίζεται και η προθεσμία συμμόρφωσης. Αν ο ανήλικος συμμορφωθεί με τα μέτρα και τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν, ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 43 παρ. 2. Σε αντίθετη περίπτωση ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη σύμ­φωνα με το άρθρο 43 παρ. 1").

*** Το άρθρο 45Α τίθεται, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 3189/03.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα και τις συναφείς με αυτές πράξεις, είναι δυνατόν, μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, να χαρακτηρίζεται ως μάρτυς δημοσίου συμφέροντος με πράξη του κατά τόπον αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς, με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές, στην αποκάλυψη και δίωξή τους. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο πράξη του εισαγγελέα μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής δίκης, αν ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν συντρέχουνοι λόγοι που τον οδήγησαν στην έκδοσή της.

2. Αν έχει υποβληθεί έγκληση ή μήνυση για τα εγκλήματα της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου του Ποινικού Κώδικα ή για τις πράξεις των παραγράφων 4 ή 8 του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 σε υπόθεση σχετική με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, ο αρμόδιος για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέας, πριν από κάθε άλλη ενέργεια, ενημερώνει σχετικά τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.

3. Αν ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, κρίνει μετά από την κατά την προηγούμενη παράγραφο ενημέρωσή του, ότι η ποινικήδίωξη των εγκλημάτων της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου ή των εγκλημάτων των παραγράφων 4 ή 8 του άρθρου 22 του ν. 2472/1997, δεν είναι απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, μπορεί να παραγγείλει στον αρμόδιο για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέα την οριστική αποχή από την ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. «Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγ­κληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2 και 3.

2. Ο εγκαλών κατά την υποβολή της έγκλησης, για τα απολύτως κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, ενώπιον κάθε αρμό­διας αρχής καταθέτει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού εκατό (100) ευρώ. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβολο η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξαιρούνται από την κατάθεση παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, ό­πως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004. Δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου για τα εγκλήματα κατά της γε­νετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενε­τήσιας ζωής και τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας. Για αξιό­ποινες πράξεις που τελούνται σε βάρος δημοσίων οργάνων και υπαλλήλων κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων, ο παθών υποβάλλει την έγκληση ατελώς και χω­ρίς την κατάθεση παραβόλου.

3. Κατά της διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, με την οποία η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω μη κατάθεσης παραβόλου, δεν επιτρέπεται άσκηση προσφυγής κατά το άρθρο 48.

4. Ο εγκαλών μαζί με την έγκληση οφείλει να υποβάλει και τα διαθέσιμα σε αυτόν αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν και αποδεικνύουν αυτήν. Οι καταθέσεις μαρτύρων υποβάλλονται με τον τύπο της ένορκης βεβαίωσης που έχει δοθεί ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, χωρίς κλήση του καθ’ ου στρέ­φεται η έγκληση». (Το 46 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε α­πό την παρ. 1 του άρθρ. 28, του Ν. 4055/12-3-12).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Υποβολή έγκλησης από παθόντα: Εντός 3 μηνών από τότε που έλαβε γνώση της πράξης.

Διαβάστε περισσότερα..

1.  «Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρί­πτει με διάταξη, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Ο εγκαλών έχει δικαίωμα να λάβει γνώση και αντίγραφο της διάταξης». (Η παρ. 1 του 47 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρ. 28,  του Ν. 4055/6-3-12- ΦΕΚ 51Α/12-3-12).

2.  Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέ­ταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς εν­δείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγούμενη παράγραφο.

3. «Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παράγραφοι 1 και 5, 44 και 45 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση». (Η παρ. 3 του άρθρου 47 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του άρθρ. 28,  του Ν. 4055/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

1. «Ο εγκαλών μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μη­νών από την έκδοση της διάταξης κατά τις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, μπορεί να προσφύγει κατά αυ­τής στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών. Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται για κανένα λόγο. Για την προσφυγή συντάσσεται έκθε­ση από τον γραμματέα της εισαγγελίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη.

2. Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο πιο πάνω γραμ­ματέας. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή από­φαση των υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνει­ας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί το παράβο­λο η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη από τον εισαγ­γελέα εφετών.

3. Αν ο εισαγγελέας εφετών δεχθεί την προσφυγή παραγγέλλει είτε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης αν πρόκειται για κακούργημα για το οποίο δεν έχει ήδη διενεργηθεί, είτε την άσκηση ποινικής δίωξης στις λοιπές περιπτώσεις και διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό». (Το άρθρο 48 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρ. 28, του Ν. 4055/12-3-12).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Προσφυγή εγκαλούντος κατά διάταξης του Εισαγγελέα: Μέσα σε τρείς μήνες (αποκλειστικά) από την έκδοση της διάταξης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι ορισμοί των άρθρων 42, 43, 44, 46, 47 και 48 εφαρμόζονται και στα πταίσματα. Ως προς αυτά, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ανήκουν στο δημόσιο κατήγορο και όπου αυτός δεν υπάρχει στον πταισματοδίκη σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 2. Τα δικαιώματα του εισαγγελέα εφετών ανήκουν στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών και τα δικαιώματα του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (άρθρο 44) στον πταισματοδίκη.

2. Η ποινική δίωξη προκειμένου για πταίσματα αναστέλ­λεται εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 44 και για όσο χρόνο ο κατηγορούμενος υπηρετεί για οποιονδήποτε λόγο στο στρατό και διαμένει εκτός έδρας του αρμόδιου πταισματοδικείου. Ο δημόσιος κατήγορος διατάσσει την ανα­στολή με αιτιολογημένη διάταξή του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στον Ποινικό Κώδικα ή σε άλλους νόμους η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση του παθόντος.

2. Αφού υποβληθεί η έγκληση, η ποινική δίωξη προχωρεί όπως και στα εγκλήματα που διώκονται αυτεπαγγέλτως. Αν η δίωξη ασκήθηκε χωρίς έγκληση, η σχετική με την έγκληση δήλωση μπορεί να γίνει από τον παθόντα και στο ακροατήριο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η παραίτηση από το δικαίωμα έγκλησης γίνεται από τον ίδιο το δικαιούμενο ή από ειδικό πλη­ρεξούσιο σε συμβολαιογράφο, στον εισαγγελέα ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο και συντάσσεται σχετική έκθεση.

2. Παραίτηση που γίνεται με όρους ή προθεσμία δεν έχει έννομα αποτελέσματα. Ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέ­πεται.

3. Με την ίδια δήλωση μπορεί να γίνει παραίτηση και από την πολιτική αγωγή για αποζημίωση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο εγκαλών μπορεί είτε ο ίδιος, είτε με ειδικό πληρεξούσιο να ανακαλέσει την έγκληση.

2. Για τους υπαλλήλους στους οποίους δηλώνεται η ανάκληση και για τον τρόπο με τον οποίο αυτή πρέπει να γίνει εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 42. Η ανάκληση μπορεί επίσης να γίνει και στο ακροατήριο σε όλη τη διάρκεια της δίκης και ωσότου δημοσιευτεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Αν η ανάκληση γίνει αργότερα, είναι απαράδεκτη.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Ανάκληση Έγκλησης: Έως τη δημοσίευση της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

Για την ανάκληση που προβλέπεται στο άρθρο 52 δεν είναι απα­ραίτητη η προκαταβολή των δικαστικών εξόδων και τε­λών που βαρύνουν σε κάθε περίπτωση τον ανακαλού­ντα. Αντίγραφο της έκθεσης που προβλέπεται στο άρθρο 52 ή των πρακτικών μαζί με την εκκαθάριση των δικαστι­κών εξόδων στέλνεται για είσπραξη στον αρμόδιο ταμία.

Διαβάστε περισσότερα..

Ακόμα και στις περιπτώσεις που χρειάζεται ά­δεια για δίωξη μπορεί να ενεργηθεί ανάκριση για τη βε­βαίωση του εγκλήματος και πριν χορηγηθεί η άδεια. Δεν επιτρέπεται μόνο να ενεργηθούν ανακριτικές πράξεις που θίγουν το πρόσωπο για τη δίωξη του οποίου χρει­άζεται η άδεια.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν δεν χορηγηθεί η άδεια, ο ανακριτής ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα αποφαίνεται ότι γι' αυτό το λόγο δεν μπορεί προς το παρόν να γίνει δίωξη.

2. Ανάκληση της άδειας που χορηγήθηκε δεν είναι δυνατή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν υπάρ­χουν και άλλοι κατηγορούμενοι που δεν απολαμβάνουν το προνόμιο του άρθρου 54, η ποινική δίωξη εναντίον τους προχωρεί χωρίς κώλυμα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμα και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.

2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526.

3. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινι­κή δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η απόφαση, ακόμα και εκείνη που έχει γίνει αμετάκλητη, όταν κηρύσ­σει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για κάποια έλλειψη ή παρατυπία της έγκλησης, της αίτησης ή της άδειας, δεν εμποδίζει τη νέα άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του ίδιου προσώπου, αν η έγκληση, η αίτηση ή η άδεια δοθεί κανονικά αργότερα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη.

2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του Π.Κ., αν για το γεγονός για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε η καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδ. β'), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμ­φωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών.

3. «Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται μήνυση ή έγ­κληση σε βάρος Ειδικών Επιθεωρητών ή Επιθεωρητών-Ελεγκτών του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και όλων των Σωμάτων και Υπηρεσιών Επιθεώρησης και Ελέγ­χου των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 αντίστοιχα για παράβαση των άρθρων 224, 229, 242, 259, 362, 363 Ποινικού Κώδικα, που τέλεσαν με πόρισμα, έκθεση ή κατάθεση κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή ελέγχου ή εξαιτίας αυτών, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31 και 43 παρ. 1 εδάφιο β')  ή την ένορκη διοικητική εξέταση, ανα­βάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέ­λος της ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του υπαιτίου με βάση την έκθεση, το πόρισμα ή την κατά­θεση των ανωτέρω, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγ­γελέα εφετών».

4. "Στις περιπτώσεις οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης εισόδου στη χώρα και εξόδου από αυτή, της κατοχής και της χρήσης ταξιδιωτικών εγγράφων ή δελτίων ταυτοτήτων ή αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων πλαστών ή γνησίων, που εκδόθηκαν για άλλο πρόσωπο, της παράνομης εργασίας και της πορνείας που φέρεται ότι διαπράχθηκε από θύμα εγκλήματος των άρθρων άρθρων 323323Α323Β348Α349,351 και 351Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και των άρθρων 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του Ν. 3386/2005, εξαιτίας της σε βάρος του συμπεριφοράς του δράστη των ανωτέρω πράξεων, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την αυτεπάγγελτη προανάκριση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια κατά του θύματος έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών." Μετά την αμε­τάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγ­κλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, εάν η απόφαση είναι καταδικαστική, δεν ασκείται ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του». (Το άρθρο 59 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346 /05 και η μεν παράγραφος 3 προ­στέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 16, του Ν. 3849/26-5-2010, η δε παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου πέμπτου του Ν. 3875/20-9-2010-ΦΕΚ 158Α).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αναβολή δίκης για προδικαστικά ζητήματα: Έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στη δεύτερη δίκη/ Έως το τέλος της ποινικής δίωξης/ Έως το τελος της πειθαρχικής δίωξης

*Το α' εδ. περ. 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο12 Ν. 4267/2014.

[προηγούμενη μορφή]

4. «Στις περιπτώσεις οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης εισόδου στη χώρα και εξόδου από αυτή, της κατοχής και της χρήσης ταξιδιωτικών εγγράφων ή δελτίων ταυτοτήτων ή αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων πλαστών ή γνησίων, που εκδόθηκαν για άλλο πρόσωπο, της παράνομης εργασίας και της πορνείας που φέρεται ότι διαπράχθηκε από θύμα εγκλήματος των άρθρων 323323Α323Β348Α349,351 και 351Α του Π.Κ., καθώς και των άρθρων 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005, εξαιτίας της σε βάρος του συμπεριφοράς του δράστη των ανωτέρω πράξεων, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την αυτεπάγγελτη προανάκριση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια κατά του θύματος έως το τέλος της ποινικής δίω­ξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύ­πτουν κατά τη διάρκεια της δίκης.

2. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν στο πολιτικό δικα­στήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμο­διότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέ­ση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κα­τά την κρίση του να αναβάλλει την ποινική δίκη έως το τέ­λος της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί ν' ανακληθεί.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αναβολή δίκης λόγω εκκρεμούς ζητήματος αστικής φύσης: Έως το τέλος της πολιτικής δίκης

Διαβάστε περισσότερα..

Απόφα­ση του πολιτικού δικαστηρίου για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, αποτελεί όμως γι’ αυτόν στοιχείο που το εκτιμά ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις (άρθρα 177 και 178).

Διαβάστε περισσότερα..

[Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την απο­κατάσταση από το έγκλημα και για τη χρηματική ικανο­ποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιουμένους σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, εφαρμόζεται δε αναλόγως η παράγραφος 3 του άρθρου 340.]  [Ως τέλος πολιτικής αγωγής, με ποινή το απαράδεκτο αυτής, ορίζεται το ποσό των πενήντα (50) ευρώ, που καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του Δημο­σίου, είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδι­κασία και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Το ύψος του παραπάνω τέλους αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίαςκαι Οικονομικών και Δικαιοσύνης].

*Το δεύτερο εδ. του άρθρου 63 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από τη παρ. 2 του άρθρου 69 του Ν. 3659/2008. Επίσης το ποσό των 50 ευρώ τίθεται όπως αναπροσαρμόστηκε με την ΚΥΑ123827/23-12-10.

 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ

Εδάφιο α'

Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η πολιτική αγωγή ασκείται εναντίον του κατηγορούμενου και, αν υπάρχει περίπτωση, εναντίον και του αστικώς υπεύθυνου ή εναντίον των νόμιμων αντιπροσώπων τους.

2. Με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμο­ποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορούμενου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με την πολιτική αγωγή όταν αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει δίωξη ή απαλλάσσει για οποιονδήποτε λόγο τον κατηγορούμενο.

2.  Το ποινικό δικαστήριο που εξετάζει την πολιτική αγωγή είναι υποχρεωμένο να αποφασίζει γι' αυτήν. Κατ' εξαίρεση μπορεί να την παραπέμψει στα πολιτικά δικαστήρια για όσα κεφάλαια κρίνει την απαίτηση ανεκκαθάριστη με την προϋπόθεση ότι το ζητούμενο πόσο υπερβαίνει τα σαράντα τέσσερα (44) ευρώ. Το ποινικό δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα σε κάθε περίπτωση που εκδικάζει υπόθεση αποζημίωσης.

3. Το καθοριζόμενο στην παρ. 2 όριο των απαιτήσεων αποζημίωσης του πολιτικώς ενάγοντος που πηγάζουν από το έγκλημα μπορεί να αυξομειώνεται με προεδρικά διατάγμα­τα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η πολιτική αγωγή που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία.

2. Αν ο πολιτικώς ενάγων ασκήσει αυτό το δικαίωμα, δεν μπορεί να συνεχίσει τη δίκη στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 65.

3. Ο ποινικός δικαστής αποφασίζει και για τα έξοδα που έχουν γίνει στην πολιτική διαδικασία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί πια να ασκηθεί στο πολιτικό παρά μόνο για την εκκαθάριση των ζημιών που γεννήθηκαν μετά την καταδικαστική απόφαση.

2. Μπορεί όμως η πολιτική αγωγή να συνεχιστεί στο πολιτικό δικαστήριο στην περίπτωση που την παρέπεμψε το ποινικό (άρθρο 65 παρ. 2), καθώς και στις περι­πτώσεις που ορίζονται ειδικά στο νόμο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εκείνος που έχει το δικαίωμα πολιτικής αγω­γής μπορεί πάντοτε να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών του για αποζημίωση στο ποινικό δικαστήριο και στο ακροατήριο ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64, αν έχει επιδώσει δικό­γραφο στον κατηγορούμενο κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας και σύμφωνα με την προθεσμία του άρθρου 167.

2Κατ’ εξαίρεση, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

3Το ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει εμφανιστεί κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση αναβολή της δίκης. Ο πολιτικώς ενά­γων, που δεν έχει εμφανιστεί, δεν κωλύεται από αυτόν και μόνο το λόγο να φέρει την αγωγή του στο πολιτικό δικα­στήριο, αλλά και στο ποινικό δικαστήριο μπορεί να την υποστηρίξει, αν για οποιονδήποτε λόγο αναβλήθηκε η συ­ζήτηση της υπόθεσης.

4. Ο πολιτικώς ενάγων μπορεί κατά την κρίση του δι­καστηρίου να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία, αν, παρόλο που εμφανίστηκε έγκαιρα, αποχώρησε κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να φέρει την αγωγή του στο πολιτικό δικαστήριο.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Πολιτική Αγωγή (στην κύρια διαδικασία): Έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από την έκδοση της απόφασης ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από την αγωγή του, τηρώντας τις διατυπώσεις των άρθρων 83 και 84.

2Η δήλωση παραίτησης που γίνεται πριν από τη συ­ζήτηση δημιουργεί αποτελέσματα και αν ακόμα δεν επιδοθεί στον κατηγορούμενο. Όποιος όμως παραιτείται είναι υποχρεωμένος να πληρώσει τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από την παράλειψη της επίδοσης.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Παραίτηση από την πολιτική αγώγή: Κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από την έκδοση της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πολιτική αγωγή στην ποινική διαδικασία μπορεί να κινηθεί από τον εισαγγελέα όταν ο ζημιωμένος είναι ανίκανος επειδή πάσχει από ψυχική ασθένεια και δεν έχει αντιπρόσωπο νόμιμα διορισμένο ή όταν ζημιώθηκε το δημόσιο. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του αρθρ. 65 παρ. 2.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο κατηγορούμενος που αθωώθηκε σε δημόσια συνεδρίαση δικαιούται να υποβάλει αμέσως και προφορικά στο ποινικό δικαστήριο τις απαιτήσεις που έχει από το μηνυτή ή απ' αυτόν που υπέβαλε την έγκληση για αποζημίωση και έξοδα, και όταν ακόμα δεν παρέστη ως πολιτικώς ενάγων. Το δικαστήριο αποφαίνεται, αφού ακούσει αυτόν που υπέβαλε την αίτηση και το μηνυτή ή τον εγκαλούντα. Αν ο μηνυτής ή αυτός που υπέβαλε την έγκληση δεν είναι παρών, το δικαστήριο παραπέμπει τις απαιτήσεις του κατηγορουμένου που αθωώθηκε στα πολιτικά δικαστήρια. Αν εμφανίστηκε στην αρχή της συζήτησης, αποχώρησε όμως κατόπιν και δεν είναι παρών κατά την προβολή των απαιτήσεων του κατη­γορούμενου, θεωρείται ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών.

2. Η διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 εφαρμόζεται ανά­λογα και σ'αυτή την περίπτωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Την ιδιότητα του κατηγορουμένου την αποκτά εκείνος εναντίον του οποίου ο εισαγγελέας άσκησε ρητά την ποινική δίωξη και εκείνος στον οποίο σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης αποδί­δεται η αξιόποινη πράξη. (Το άρθρο 72 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3346/17-6-2005).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο κατηγορούμενος διατηρεί την ιδιότη­τά του ωσότου εκδοθεί αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα ή αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση και την αποκτά εκ νέου στις περιπτώσεις του άρθρου 57 παρ. 2.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Διάρκεια-Παύση ιδιότητας κατηγορουμένου: Μέχρι την έκδοση αμετακλητου απαλλακτικού βουλεύματος/αμετάκλητης καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι αιτήσεις και οι δηλώσεις του κρατούμενου κα­τηγορουμένου υποβάλλονται με έγγραφο, που παραδίδεται στο διευθυντή του καταστήματος όπου κρατείται, και συντάσσεται έκθεση. Κατόπιν καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο και διαβιβάζον­ται αμέσως στην αρμόδια αρχή. Ως προς τα νόμιμα αποτελέσματά τους οι αιτήσεις και οι δηλώσεις θεωρούνται σαν να είχαν παραληφθεί απευθείας από την αρμόδια αρχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αδυναμία να βεβαιωθεί η ταυτό­τητα του κατηγορουμένου με το όνομά του ή με τα άλλα χα­ρακτηριστικά ή με τις άλλες ιδιότητες δεν εμποδίζει την εξέλιξη της ποινικής δίωξης, αν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτός είναι το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η αξιόποινη πράξη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε με ψευδές όνομα ή ψευδείς ιδιότητες, διατάσσεται η διόρθωση σύμφωνα με τα άρθρα 564 παρ. 2 και 145 σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ή και κατά την εκτέλεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν υπάρχουν αμφιβολίες ότι το πρόσω­πο που εμφανίστηκε στην ανάκριση ή στο ακροατήριο είναι πράγματι το διωκόμενο, ο ανακριτής ή το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας προχωρούν από μόνοι τους στη βεβαίωση της ταυτότητας, χρησιμοποιώντας κάθε αποδεικτικό μέσο. Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατόν να ανασταλεί η ποινική διαδικασία για το πρόσωπο αυτό, ωσότου βεβαιωθεί η ταυτότητά του.

2. Αν η ταυτότητα του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποδειχθεί, βεβαιώνεται το γεγονός αυτό στην απόφαση και ταυτόχρονα διατάσσεται η απόλυση εκείνου που έχει συλληφθεί ή που κρατείται προσωρινά, ωσότου εξακριβωθεί η ταυτότητα. Ο δικαστής, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να επιβάλει στον απολυόμενο την καταβολή εγγύησης ή άλ­λους όρους. Για τον καθορισμό, την κατάθεση και την τύχη της εγγύησης και των άλλων όρων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 294 παρ. 3, 296, 297, 301, 302, 303 και 304.

3. Όσα αναφέρονται στην παρ. 2 τα διατάσσει ο ανα­κριτής κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αναστολή διαδικασίας λόγω αμφιβολιών ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου: Μέχρι να βεβαιωθεί η ταυτότητά αυτού.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν οι αμφιβολίες για την ταυτότητα δημιουργηθούν για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, διατάσσεται αυτεπαγγέλτως εξέτα­ση. Η εξέταση ενεργείται από το εφετείο που ορίζει ο Άρειος Πάγος και που αποφαίνεται αμετάκλητα για την ταυτότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν προκύψει σαφώς ότι η διαδικασία στρέφεται εναντίον κατηγορουμένου από πλάνη ως προς την ταυτότητα του προσώπου του, ο δικαστής αποφαίνεται ότι η ποινική δίωξη θεωρείται σαν να μην έγινε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όταν ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, το δικα­στήριο, αν δεν πρόκειται να εκδώσει αθωωτική απόφαση, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας. Αν ο κατηγορού­μενος τελεί σε προσωρινή κράτηση, το δικαστήριο διατάσσει ταυτόχρονα και την τοποθέτησή του σε δικαστικό ψυχι­ατρείο και σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιο, σε άλλο ψυχιατρείο, κατά προτίμηση δημόσιο.

2. Για τη βεβαίωση της ψυχικής κατάστασης του κατη­γορουμένου διατάσσεται προηγουμένως πραγματογνω­μοσύνη (άρθρο 200).

3. Αν η κατάσταση αυτή προκύψει πριν από το τέλος της ανάκρισης, τα παραπάνω τα διατάσσει ο ανακριτής, χωρίς να εμποδίζεται από το λόγο αυτό στην ενέργεια των αναγκαίων πράξεων για τη βεβαίωση του εγκλήματος.

4. Αν διαταχθεί η αναστολή, η πολιτική αγωγή μπορεί να ασκηθεί στα πολιτικά δικαστήρια.

5. Η εξακολούθηση της διαδικασίας, αν πάψουν να υ­πάρχουν οι λόγοι της αναστολής, διατάσσεται από το δικα­στήριο ή τον ανακριτή σύμφωνα με τις διακρίσεις των πα­ραγράφων 1 και 3.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν υπάρχουν αμφιβολίες για το θάνατο του κατηγορουμένου, διατάσσεται η αναβολή της διαδι­κασίας ωσότου βεβαιωθεί ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται στη ζωή, οπότε η διαδικασία αρχίζει εκ νέου. Η αναβολή όμως αυτή δεν εμποδίζει να γίνουν οι αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για να βεβαιωθεί το έγκλημα.

2. Αν εξακριβωθεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 77 και 78 πως από πλάνη έγινε δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν ζει, η απόφαση να πάψει η ποινική δίωξη (άρθρα 309 παρ. 1 στοιχ. β', 310 παρ. 1 και 370 στοιχ. β') θεωρεί­ται σαν να μην εκδόθηκε. Στην περίπτωση αυτή για το χρονικό διάστημα από την παύση της ποινικής δίωξης έως την επανάληψή της εφαρμόζονται οι διατάξεις του ποινικού κώδικα για αναστολή της παραγραφής.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όποιος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο (άρθρο 63) μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία.

2. Οι ανήλικοι και όσοι άλλοι ανίκανοι παρίστανται με τους νόμιμους αντιπροσώπους τους σύμφωνα με τις σχετι­κές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

3. Η δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος δεν αναπληρώνει την έγκληση στις περιπτώσεις που αυτή είναι απαραίτητη για την ποινική δίωξη (άρθρο 50).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος γίνεται είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο, έως την περάτωση της ανάκρισης (άρθρο 308) προς τον αρμόδιο εισαγγελέα αυτοπροσώπως είτε από πληρεξούσιο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα, ειδική ή γενική, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2, εδάφ. β' και γ'. Κατά την κατάθεση της δήλωσης συντάσσεται έκ­θεση, στην οποία προσαρτάται και το έγγραφο της πληρε­ξουσιότητας. Τέλος, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ’ αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, ακόμη και κατά το χρόνο που εξετάζεται ως μάρτυρας ο ζημιωμένος.

2.  Η παράλειψη της δήλωσης του πολιτικώς ενάγοντος δεν επηρεάζει το δικαίωμά του να ασκήσει την πολιτική α­γωγή στο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 68.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Πολιτική αγωγή (στην προδικασία): Έως την περάτωση της ανάκρισης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δήλωση είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει συνοπτική έκθεση της υπό­θεσης για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενά­γων, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παράστασης, καθώς και το διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις και οι κοινοποιήσεις που αφορούν τον πολιτικώς ενάγοντα. Την υποχρέωση διορισμού αντικλή­του στην πιο πάνω περίπτωση έχει ο αδικηθείς και όταν ε­γείρει αγωγή ή υποβάλει απαίτηση στο ποινικό δικαστήριο (άρθρο 68 παρ. 1 και 2). Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αδικηθέντος που έχει διορισθεί νόμιμα και έχει γνωστοποιη­θεί στην προδικασία ή στο ακροατήριο είναι και αντίκλητος.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο κα­τηγορούμενος και ο αστικώς υπεύθυνος μπορούν να υπο­βάλουν αντιρρήσεις κατά της δήλωσης να παραστεί πολι­τική αγωγή, και πάντως πριν από την έκδοση του οριστι­κού βουλεύματος.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αντιρρήσεις κατά της παράστασης: Πριν από την έκδοση του οριστικού βουλεύματος.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το έγγραφο με τις αντιρρήσεις του κα­τηγορουμένου ή του αστικώς υπεύθυνου πρέπει να πε­ριέχει τους λόγους που τις στηρίζουν, παραδίδεται στον γραμματέα της εισαγγελίας, και συντάσσεται έκθεση. Για τις αντιρρήσεις αποφασίζει το συμβούλιο αμετάκλητα. Αν η προβολή τους έγινε μετά την υποβολή της πρότασης του εισαγγελέα για την ουσία της υπόθεσης, το συμβούλιο αποφασίζει με το βούλευμα που εκδίδει γι' αυτήν.

2. Οι αντιρρήσεις δεν εμποδίζουν την εξέλιξη της ανά­κρισης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δήλωση για την παράσταση πολιτικής αγωγής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της προδικασίας να κηρυχθεί απαράδεκτη από το συμβούλιο ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο πολιτικώς ενάγων, του οποίου η παράσταση έχει κηρυχθεί α­παράδεκτη, δεν κωλύεται να ασκήσει την αγωγή του στο ποινικό δικαστήριο που δικάζει την κατηγορία.

2. Αν ο πολιτικώς ενάγων αποβληθεί, παραμένουν ι­σχυρές όλες οι πράξεις της διαδικασίας που έγιναν πριν α­πό την αποβολή του και στις οποίες τυχόν παρευρισκόταν.

3. Το ποινικό δικαστήριο αποφασίζει για τα έξοδα που προκάλεσε η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος που α­ποβλήθηκε. Το ίδιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και για την αποζημίωση των αντιδίκων του πολιτικώς ενάγο­ντος, εκτός αν αυτή δεν είναι εκκαθαρισμένη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν ο πολιτικός ενάγων θέλει να κλητεύσει στο ποινικό δικαστήριο και τον αστικώς υπεύ­θυνο για την πληρωμή της αποζημίωσης, τον καλεί στην ποινική δίκη επιδίδοντάς του και την κλήση και το δικό­γραφο της πολιτικής αγωγής κατά το άρθρο 68 παρ. 1. Η κλήση πρέπει να περιέχει και τα στοιχεία της νομιμοποί­ησης του αστικώς υπεύθυνου, αλλιώς είναι άκυρη. Ο ζη­μιωμένος απαιτεί κατά το άρθρο 68 παρ. 2 την πληρωμή της χρηματικής ικανοποίησής του από τον αστικώς υπεύ­θυνο, αν τον κλητεύσει στην ποινική δίκη τρεις (3) τουλά­χιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Και στις δυο περιπτώ­σεις επιδίδεται αντίγραφο της κλήσης στον κατηγορούμε­νο και στον εισαγγελέα μέσα στις ίδιες προθεσμίες και με τις ίδιες διατυπώσεις.

2Ο εισαγγελέας καλεί αυτεπαγγέλτως στην ποινική δί­κη τον αστικώς υπεύθυνο για την πληρωμή των χρηματι­κών ποινών και εξόδων με τις ίδιες διατυπώσεις και μέσα στις ίδιες προθεσμίες που καλεί τον κατηγορούμενο. Η κλήση πρέπει να αναφέρει το άρθρο του νόμου στο οποίο βασίζεται η αστική του ευθύνη. Στην κύρια ανάκριση ο α­στικώς υπεύθυνος καλείται σύμφωνα με το άρθρο 90.

3Και ο κατηγορούμενος στην περίπτωση που θα α­παλλαγεί από την ποινική ευθύνη μπορεί να κλητευθεί σύμ­φωνα με τις παραγράφους 1 και 2 ως αστικώς υπεύθυνος για την πράξη των συγκατηγορουμένων του.

4.  Ο εισαγγελέας μπορεί να κλητεύσει τον αστικώς υπεύθυνο για τις αποζημιώσεις και τη χρηματική ικανοποί­ηση μόνο όταν ασκεί την πολιτική αγωγή κατά το άρθρο 70. Η κλήτευση αυτή κοινοποιείται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με την παρ. 1 αυτού του άρθρου.

5.  Ο αστικώς υπεύθυνος μόλις κλητευθεί αποκτά την ι­διότητα διαδίκου στην ποινική διαδικασία (άρθρα 96 επ.).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Κλήτευση αστικώς υπεύθυνου: Τρείς (3) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η κλήτευση του αστικώς υπευθύνου για την πλη­ρωμή των χρηματικών ποινών και εξόδων στην κύρια ανά­κριση γίνεται από τον ανακριτή με αίτηση του εισαγγελέα. Η κλήση περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 89 και επιδίδεται και στον κατηγορούμενο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο αστικώς υπεύθυνος μπορεί πάντοτε να παρέμβει εκουσίως στην ποινική δίκη.

2. Η παρέμβαση είναι δεκτή ως την έναρξη της αποδει­κτικής διαδικασίας. Μπορεί επίσης να γίνει και κατά την προδικασία, μόνο όμως όταν ενεργείται κύρια ανάκριση.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Παρέμβαση αστικώς υπευθύνου: Έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο/κατά την προδικασία(εφόσον ενεργείται κύρια ανάκριση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η παρέμ­βαση γίνεται με γραπτή ή προφορική δήλωση ή και από πληρεξούσιο, που έχει ειδική πληρεξουσιότητα, στον αρμό­διο εισαγγελέα ή στον ανακριτή, που διεξάγει την ανάκρι­ση, και συντάσσεται έκθεση. Η παρέμβαση επιδίδεται με τη φροντίδα εκείνου που παρεμβαίνει στους άλλους διαδίκους και στον εισαγγελέα, αν δεν ασκήθηκε ενώπιόν του.

2. Αν η δήλωση γίνει στο ακροατήριο καταχωρίζεται στα πρακτικά από το γραμματέα.

3. Κατά τα λοιπά πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 84. Αν ο αστικώς υπεύθυνος που έχει κλητευθεί ή παρέμβει έχει κατοικία ή διαμονή στην αλλοδαπή, εφαρ­μόζονται ανάλογα οι διατάξεις του στοιχ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 273. Την κατά το στοιχ. δ' του ίδιου άρθρου υπό­μνηση οφείλει να κάνει ο εισαγγελέας ή ο ανακρίνων ή ο διευθύνων τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά περίπτωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η κλήτευση του αστικώς υπευθύνου για τις αποζημιώσεις και τη χρηματική ικανοποίηση του ζημιωμένου δεν έχει αποτε­λέσματα, αν ο πολιτικώς ενάγων αποβληθεί ή παραιτηθεί από την αγωγή του σύμφωνα με τα άρθρα 86 και 69.

Διαβάστε περισσότερα..

Ό­ποιος κλητεύτηκε ή έκανε παρέμβαση ως αστικώς υπεύ­θυνος μπορεί να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία με αίτηση δική του ή του εισαγγελέα ή των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή από το δικαστικό συμ­βούλιο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αίτηση αποβολής του αστικώς υ­πευθύνου που υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της προδικα­σίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Κατατίθεται στον ανακριτή, εκτός αν έχει περατωθεί η ανάκριση, οπότε κατατί­θεται στον εισαγγελέα.

2. Μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την κατάθεση η αίτη­ση επιδίδεται σ' αυτόν που προκάλεσε την κλήτευση ή έκανε την παρέμβαση.

3. Κατά της αίτησης αποβολής μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 85-88.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αίτηση αποβολής αστικώς υπευθύνου: Επίδοση μέσα σε τρείς (3) ημέρες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε διάδικος δεν μπορεί να αντιπροσω­πεύεται ή να συμπαρίσταται στην ποινική διαδικασία με περισσότερους από δύο συνηγόρους στην προδικασία και τρεις στο ακροατήριο.

2. Ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλ­λου διαδίκου γίνεται: α) με προφορική δήλωση που κατα­χωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση κατά την απολογία του κατηγορουμένου ή στην κατάθεση του διαδίκου ως μάρτυρα ή β) με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδάφ. β' και γ'. Ο διορισμός παρέ­χει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέ­χεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέ­σων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά.

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε με το άρθρο 16, παρ 2 του Ν. 3226/04).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέ­ταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 219. Γι’ αυτό το σκοπό προσκαλούνται έγκαιρα οι διάδικοι να παρευρεθούν οι ίδιοι ή να εκπροσωπηθούν από τους συν­ηγόρους τους.

2. Αν ο κατηγορούμενος κρατείται, θα πρέπει να προσαχθεί, εκτός αν η προσαγωγή του δημιουργεί δυσχέρειες.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η παρουσία των διαδίκων δεν είναι για οποιονδήποτε λόγο δυνατή, η πρά­ξη ενεργείται και χωρίς αυτούς. Ύστερα όμως από αίτηση του ενδιαφερομένου μπορεί η πράξη να αναβληθεί για άλ­λο χρόνο, αν δεν βλάπτεται η ανάκριση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ενημερώνεται αμέσως όσον αφορά τουλάχιστον στα ακόλουθα δικαιώματα: α) το δικαίωμα παράστασης με συνήγορο, β) το δικαίωμα και τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών, γ) το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την κατηγορία, δ) το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης και ε) το δικαίωμα σιωπής.

2. Η ενημέρωση σύμφωνα με την παράγραφο 1 παρέχεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα, προφορικώς ή εγγράφως, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών αναγκών των υπόπτων ή κατηγορουμένων που είναι ευάλωτα πρόσωπα.


3. Στον ύποπτο τέλεσης πράξης ή στον κατηγορούμενο, ο οποίος συλλαμβάνεται ή κρατείται, παρέχεται αμέσως έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα δικαιώματά του και του επιτρέπεται να το διατηρεί στην κατοχή του καθ’ όλη τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας του.
Το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα δικαιώματα: α) το δικαίωμα παράστασης με συνήγορο, β) το δικαίωμα και τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών, γ) το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την κατηγορία, δ) το δικαίωμαδιερμηνείας και μετάφρασης, ε) το δικαίωμα σιωπής, στ) το δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, ζ) το δικαίωμα ενημέρωσης των προξενικών αρχών και ενός επιπλέον προσώπου, η) το δικαίωμα σε επείγουσα ιατρική περίθαλψη, θ) τον ανώτατο αριθμό ωρών ή ημερών κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος δύναται να στερηθεί της ελευθερίας του προτού προσαχθεί ενώπιον δικαστικής αρχής και ι) πληροφορίες σχετικά
με τις δυνατότητες προσβολής του νόμιμου χαρακτήρα της σύλληψης ή της κράτησης.


4. Το ως άνω έγγραφο συντάσσεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Όταν αυτό δεν είναι διαθέσιμο στην κατάλληλη γλώσσα, ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ενημερώνεται για τα δικαιώματά του προφορικά σε γλώσσα που κατανοεί. Το εν λόγω έγγραφο πρέπει στη συνέχεια να χορηγείται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε γλώσσα που ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος κατανοεί.»

ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟ άρθρο 10 N. 4236/2014

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διάδικοι που παρίστανται και οι συνήγοροί τους δικαιούνται να α­πευθύνουν ερωτήσεις και να υποβάλλουν παρατηρήσεις, που καταχωρίζονται με αίτησή τους στην έκθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα στην απολογία του και σε κάθε εξέτασή του, ακόμα και σ' αυ­τήν που γίνεται σε αντιπαράσταση με μάρτυρες ή άλλους κατηγορουμένους, να παρίσταται με συνήγορο. Γι' αυτό το σκοπό προσκαλείται είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από κάθε ανακριτική ενέργεια.

2. Επιτρέπεται σύντμηση της προθεσμίας αυτής, αν α­πό την αναβολή δημιουργείται κίνδυνος, που η ύπαρξή του βεβαιώνεται ειδικά με έκθεση του ανακριτή ή του ανακριτικού υπαλλήλου.

3. Ο ανακριτής έχει την υποχρέωση να διορίσει αυτεπαγγέλτως συνήγορο, αν το ζητήσει ρητά ο κατηγορούμενος.

4. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να απαγορευθεί η επικοινωνία του κατηγορουμένου με το συνήγορό του. (Βλ. και Ν. 3226/04, ΚΝοΒ 2004,  για την παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άρθρο 33 της Υ.Α 62367/2005 για τον εσωτερικό κα­νονισμό λειτουργίας καταστημάτων κράτησης νέων).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Κλήτευση κατηγορούμενου (στο πλαίσιο της απολογίας): Γίνεται 24 ώρες πριν από κάθε ανακριτική ενέργεια.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο ανακριτής, μόλις μετά την κλήτευσή του εμφανισθεί ή οδηγηθεί σ' αυτόν ο κατηγορούμενος για να απολογηθεί, του ανακοινώνει το περιεχόμενο του κατηγορητηρί­ου και των άλλων εγγράφων της ανάκρισης. Επιτρέπεται επίσης στον κατηγορούμενο να μελετήσει ο ίδιος ή ο συνή­γορός του το κατηγορητήριο και τα έγγραφα της ανάκρι­σης. Με γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου και με δαπά­νη του χορηγούνται σε αυτόν αντίγραφα του κατηγορητη­ρίου και των εγγράφων της ανάκρισης.

2. Την ίδια υποχρέωση έχει ο ανακριτής και τα ίδια δι­καιώματα ο κατηγορούμενος όταν κληθεί ξανά σε συμπλη­ρωματική απολογία. Πάντως μετά το τέλος της ανάκρισης και προτού διαβιβαστεί η απολογία στον εισαγγελέα (άρ­θρο 308 παρ. 1) καλείται πάντοτε ο κατηγορούμενος να μελετήσει όλη τη δικογραφία. Αν όμως η ανάκριση εξακο­λούθησε περισσότερο από μήνα μετά την πρώτη ή κάθε μεταγενέστερη απολογία, δικαιούται ο κατηγορούμενος να ασκεί τα δικαιώματά του μια φορά το μήνα και κάθε φορά ο ανακριτής συντάσσει σχετική έκθεση κάτω από την απολο­γία του κατηγορουμένου.

Άρθρο 12 Ν. 4236/2014
Δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας (άρθρα 7 και 8 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ)
Στο άρθρο 101 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθενται παράγραφοι 3, 4 και 5 ως εξής:

3. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, οι αρμόδιες αρχές, κατά την ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, δεν επιτρέπουν την πρόσβαση σε τμήμα του υλικού, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε
σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή αν τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια.
4. Για την παροχή πληροφοριών στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τα παραπάνω, συντάσσεται έκθεση ή γίνεται ειδική μνεία στην έκθεση που συντάσσεται αρμοδίως.
5. Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει το δικαίωμα να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της ενδεχόμενης παράλειψης ή άρνησης της αρμόδιας αρχής να παράσχει τις κατά τα ανωτέρω πληροφορίες. Η παράγραφος 3 του άρθρου 236Α εφαρμόζεται αναλόγως.»

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Ανακοίνωση εγγράφων ανάκρισης στον κατηγορούμενο: Με την εμφάνισή του στον Ανακριτή/Μετά το τέλος της ανάκρισης και πριν τη διαβίβαση της δικογραφίας στον εισαγγελέα. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο κατη­γορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει προθεσμία έως σαράντα (48) οκτώ ώρες και δεν έχει υποχρέωση να απολογηθεί πριν περάσει η προθεσμία.

2. Ο ανακριτής μπορεί να παρατείνει την προθεσμία ύ­στερα από αίτηση του κατηγορουμένου.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Απολογία του κατηγορουμένου: Έως 48 ώρες με δυνατότητα παράτασης από τον Ανακριτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αμέσως μετά τη βεβαίωση της ταυτότητας του κατηγορουμένου, ο ανακριτής του εξηγεί με σαφήνεια όλα τα παραπάνω δικαιώματά του. Συντάσσεται έκθεση για την εξήγηση και για την απάντηση του κατηγορουμέ­νου, ο οποίος και υπογράφει την έκθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 100 παρ. 1, 2 και 4, 101,102 και 103 τα έχει ο κα­τηγορούμενος και στην προανάκριση. Στην περίπτωση ό­μως αυτή δεν είναι υποχρεωτικό να τηρηθεί η διάταξη της δεύτερης περιόδου της παρ. 2 του άρθρου 101.

2. Όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρ­θρο 243 παράγραφος 1, ο κατηγορούμενος μπορεί να α­σκήσει τα δικαιώματα, που προβλέπονται στα άρθρα 101 και 102 και να υποβάλει εγγράφως την απολογία του εκ­προσωπούμενος από συνήγορο, που διορίζεται κατά το άρθρο 96 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρό­σωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που ενεργεί την προανάκριση. Ο κατηγορούμενος εκπροσωπούμενος δια του συνηγόρου υποχρεούται να δηλώσει τη διεύθυνση της κατοικίας του, εφαρμοζόμενων αναλόγως των εδαφίων γ' και ε' του άρθρου 273.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατά­ξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έ­χει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζε­ται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31.

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2β του Ν. 2408/96).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αστικώς υπεύθυνος έχει όλα τα παραπάνω δικαιώματα του κατηγορουμένου και τα ασκεί από τη στιγμή που θα κληθεί με την ιδιότητα αυτή από τον ανακριτή ή τον ανακριτικό υπάλληλο για να εξετασθεί. Τα ίδια δικαιώματα ασκεί και στην περίπτωση του επόμενου άρθρου.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πολιτικώς ενάγων έχει επίσης τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 101, 104, 105 και 106. Τα δικαιώμα­τα αυτά μπορεί να ασκήσει από τη στιγμή που ο κατηγο­ρούμενος θα κληθεί σε απολογία ή θα εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης ή βίαιης προσαγωγής.

Διαβάστε περισσότερα..

«Ο ανήλικος - θύμα των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 323Β εδάφ. α', 324, 336, 337 παρ. 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 349, 351, 351Α του Ποινικού Κώδικα καθώς και στα άρθρα 87 παρ. 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005, έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από τα άρθρα 101, 104 και 105 και αν ακόμη δεν παρίσταται ως πολιτικός ενάγων. Επίσης έχει το δικαίωμα ενημέρωσης από τον αρμόδιο εισαγγελέα εκτέλεσης ποινών για την προσωρι­νή ή οριστική απόλυση του υπαιτίου, καθώς και για τις ά­δειες εξόδου από το κατάστημα κράτησης». (To 108Α τί­θεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2, του άρθ. πέμπτου του Ν. 3875/10 - ΦΕΚ 158Α).

Διαβάστε περισσότερα..

Το μεικτό ορ­κωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό: «α) τα κακουρ­γήματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των μονομελών και τριμελών εφετείων» και β) τα πολιτικά πλημμελήματα. (Η περίπτ. α' του 109 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 29, του Ν. 4055/6-3-12 - ΦΕΚ 51Α/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

Το μονομελές εφε­τείο δικάζει τα πιο κάτω εγκλήματα, εκτός αν στο νόμο α­πειλείται κατά αυτών η ποινή της ισόβιας κάθειρξης: 1) τα κακουργήματα που αναφέρονται στην παράγρ. 1 του άρ­θρου 308 Α, καθώς και αυτά της παραγρ. 1 του άρθρου 308  Β, εφόσον για τα τελευταία έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής, 2) τα κακουργήματα των άρθρων 114 του ν. 1892/1990 (ΑΊ 01), 66 του ν. 2121/1993 (Α'25) και 52 του ν. 4002/2011 (ΑΊ80). 3) Τα κακουργήματα των νόμων 2725/1999 (ΑΊ21) και 3028/2002 (ΑΊ53)». (Το άρθρο 110 τίθεται όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρ. 29, του Ν. 4055/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

Το τριμελές εφετείο δι­κάζει τα αναφερόμενα στις πιο κάτω περιπτώσεις κακουργήμα­τα, από τα υπαγόμενα δε στην αρμοδιότητα του μονομελούς εφετείου (άρθρο 110) εκείνα κατά των οποίων στο νόμο απειλείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης». ( Ο τίτλος και η πρώτη περίοδος του 111 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από την παρ. 3 του άρθρ 29 του 4055/12-3-12). (1)

1. Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαί­ωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες, άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας, ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέ­φονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προ­σώπου δημόσιου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώ­που από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. «Τα κακουργήματα της δωροδοκίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας του άρ­θρου 370Α του Ποινικού Κώδικα». (Το προηγούμενο εδά­φιο τίθεται όπως προστέθηκε από την παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν. 3674/10-8-2008). «Τα κακουργήματα του άρ­θρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα και εκείνα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παρά­γραφος 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευ­ταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργή­ματα». (Το αμέσως προηγ. εδάφιο τίθεται όπως προστέ­θηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 27 του Ν. 3772/10-7-2009).

2. Τα κακουργήματα κλοπής, υπεξαίρεσης και πλα­στογραφίας που προβλέπονται από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, αν στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε κατά του Δημοσίου ή των πιο πάνω νομικών προσώπων υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

3. Το ποσό των 730 ευρώ που προβλέπεται από τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1608/1950 «περί αυξήσεων των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του δημοσίου», όπως τροποποιήθηκε από το ν.δ. 790/70 «περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού Κώδικος και του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας» και το ν. 495/ 1976 «περί όπλων, εκρηκτικών υλών και εκρηκτικών μηχανημάτων και άλλων τινών ποινικών διατάξεων», αυξάνεται σε εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Το όριο αυτό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ ισχύει είτε ο κατηγορούμενος είναι πολίτης είτε είναι στρατιωτικός.

4. Τα εγκλήματα της δόλιας χρεοκοπίας ανώνυμων εταιρειών και τραπεζών.

5. Τα κακουργήματα της πειρατείας, τα κακουργήματα κατά της ασφάλειας της σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοι­νωνίας ή της αεροπλοΐας που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους, τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 187 και στο άρ­θρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τε­λευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κα­κουργήματα. (Η παρ. 5 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42, παρ. 4, του Ν. 3251/04).

Με την περίπτωση γ' του άρθρου 34 του Ν 3904/23-2-2010 ΦΕΚ 218Α καταργήθηκε η παράγρ. 6 και με την παράγρ. 1 του άρθρου 10, του ίδιου νόμου, οι παράγραφοι 7 και 8 αναριθμήθηκαν σε 6 και 7.

6. «Τα πλημμελήματα των δικαστών πολιτικής, ποι­νικής και διοικητικής δικαιοσύνης και εισαγγελέων, συμ­περιλαμβανομένων των παρέδρων, των ειρηνοδικών, ει­δικών πταισματοδικών, των μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων ειση­γητών του, των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των παρέδρων, εισηγητών και δοκίμων εισηγητών του, του γε­νικού επιτρόπου, επιτρόπων και αντεπιτρόπων που υπηρετούν σ’ αυτό, καθώς και του γενικού επιτρόπου, ε­πιτρόπων και αντεπιτρόπων επικρατείας στα τακτικά διοι­κητικά δικαστήρια, των δικηγόρων και των μελών του Νο­μικού Συμβουλίου του Κράτους». (Η παρ. 6 τίθεται ό­πως αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε από την παρ. 1  του άρθρ. 10, του Ν. 3904/23-12-2010 - ΦΕΚ 218Α).

7. «Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του τριμελούς πλημμελειοδικείου, κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από το πρωτοδικείο στην περίπτωση του άρθρου 116 παρ. 1 και κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου των ε­φετών σύμφωνα με το άρθρο 499». (Η παρ. 7 τίθεται ό­πως αναριθμήθηκε και αντικαταστάθηκε από την παρ. 2, του άρθρ. 10, του Ν. 3904/23-12-2010 - ΦΕΚ 218Α).

8. «Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομε­λούς εφετείου». (Η παρ. τίθεται όπως προστέθηκε από την παρ. 4 του άρθρ. 29,  του Ν. 4055/12-3-12).

 

(1) Βλ. άρθρο 8 Ν. 3772/10-7-2009 σύμφωνα με το οποίο: «Τα πλημμελήματα των ιατροδικαστών υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου των Εφετών».

Διαβάστε περισσότερα..

Το τριμε­λές δικαστήριο πλημμελειοδικών δικάζει:

1. Τα πλημμελήματα εκτός από όσα ανήκουν στην αρμοδιότητα των μεικτών ορκωτών δικαστηρίων, του δι­καστηρίου των εφετών, του μονομελούς πλημμελειοδι­κείου και του δικαστηρίου ανηλίκων.

2. «Τα πταίσματα των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 111». (Η παρ. 2 του 112 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παράγρ. 3, του άρθρ. 10, του Ν. 3904/10).

3.  Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα δικαστήρια ανηλίκων δικάζουν τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, με τις παρακάτω διακρίσεις:

Α. Το μονομελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει: α) τις πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, εκτός από εκείνες που δικάζονται από το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων, β) τα πταίσματα που τελούνται από ανήλικους στην έδρα του πρωτοδικείου και γ) τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου για ανηλίκους. Το μονομελές δικαστήριο ανηλίκων επιβάλλει επίσης τα αναμορφωτικά ή θερα­πευτικά μέτρα που ορίζονται από τον Ποινικό Κώδικα για ανηλίκους που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους.

Β. Το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει τις αξιό­ποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, για τις οποίες αν τελούνταν από ενήλικα, απειλείται ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη.

Γ. Το εφετείο ανηλίκων δικάζει τις εφέσεις κατά των απο­φάσεων των μονομελών και τριμελών δικαστηρίων ανηλίκων που λειτουργούν στα πλημμελειοδικεία.

2. Το άρθρο 119 εφαρμόζεται αναλόγως στις περιπτώ­σεις των εδαφίων Α και Β της προηγουμένης παραγράφου. (Το 113 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του Ν. 3860/12-7-2010 - ΦΕΚ 111Α).

Διαβάστε περισσότερα..

Το μονο­μελές πλημμελειοδικείο δικάζει:

1) Τα πλημμελήματα για τα οποία απειλείται στο νόμο φυ­λάκιση με ελάχιστο όριο κατώτερο του ενός έτους ή χρηματι­κή ποινή ή και οι δύο ποινές, εκτός από:

α) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα των μεικτών ορκωτών δικαστηρίων και των εφετείων, καθώς και τα συνα­φή με αυτά (άρθρα 109, 111, 128),

β) εκείνα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρί­ου των ανηλίκων,

γ) εκείνα των άρθρων 259 και 302 του Ποινικού Κώδι­κα και της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου.

2) Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισματοδικεί­ου, καθώς και των αποφάσεων που εκδίδονται από το ειρη­νοδικείο σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1». (Το 114 τίθε­ται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 4, του άρθρ. 10, του Ν. 3904/23-12-2010 - ΦΕΚ 218Α).

Διαβάστε περισσότερα..

Το πταισματοδικείο δικά­ζει τα πταίσματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμο­διότητα των πλημμελειοδικών και του δικαστηρίου ανηλίκων (άρθρα 112, 113).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε ποινικό δικαστήριο δικάζει αμέσως τα αυτόφωρα πλημμελήματα και τα πταίσμα­τα που τελούνται στο ακροατήριό του κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αν αυτά υπάγονται στην αρμοδιότητα του καθ' ύλην δικαστηρίου που συνεδριάζει ή κατωτέρου, ακόμα και αν ο υπαίτιος ανήκει στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινι­κών δικαστηρίων. Την ίδια εξουσία έχει ο Άρειος Πάγος για όλα τα πλημμελήματα και τα πταίσματα. Από τα πολιτικά δικαστήρια το ειρηνοδικείο έχει εξουσία για τα πταίσματα και όλα τα άλλα δικαστήρια για τα πλημμελήματα και τα πταίσμα­τα που υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του αντίστοι­χου η κατώτερου ποινικού δικαστηρίου. Ως προς τη διαδικα­σία εφαρμόζονται τα άρθρα 417-424 του Κώδικα.

2. Αν το δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δικάσει αμέσως το πλημμέλημα, ο δράστης συλλαμβάνεται και παραπέμπεται σύμφωνα με το άρθρο 279 στον αρμόδιο εισαγγελέα, ο οποίος, αν συντρέχει περίπτωση, εφαρμόζει τα άρθρα 417 και επ. Αν όμως ο δράστης είναι δικηγόρος, συνήγορος διαδίκου, η σύλληψη εκτελείται αφού ασκήσει τα καθήκοντά του στη δίκη.

3. Αν για οποιονδήποτε λόγο το πλημμέλημα ή το πταίσμα που διαπράχθηκε στο ακροατήριο δεν δικάστηκε αμέσως, δεν αποκλείεται να διωχθεί στη συνέχεια με την κοινή διαδικασία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν κατά τη διάρ­κεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου τελέστηκε στο α­κροατήριό του εξύβριση ή δυσφήμηση μέλους του δικα­στηρίου (άρθρα 361, 362, 363 Π.Κ.), ακόμη και όταν ο υπαίτιος υπάγεται στην ιδιάζουσα ή εξαιρετική δωσιδικία, τα εγκλήματα αυτά δικάζονται αμέσως από το ίδιο δικαστήριο, που συγκροτείται από άλλους δικαστές. Η κατά νόμο έγκληση υποβάλλεται με δήλωση του δικαιουμένου που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Αν η διαφορετική σύνθεση δεν είναι δυνατή για λόγο που βεβαιώνεται ειδικά στα πρακτικά και στην απόφαση, η άμεση εκδίκαση γίνεται από τους ίδιους δικαστές. (Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του 117 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του Ν. 3160/30-6-2003).

2. Αν ο υπαίτιος της εξύβρισης ή της δυσφήμησης που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο είναι δικηγόρος που ασκεί καθήκοντα συνηγόρου και η διαφορετική σύνθε­ση του δικαστηρίου δεν είναι δυνατή για λόγο που βεβαιώ­νεται με τον παραπάνω τρόπο, η πράξη αναφέρεται στα πρακτικά της συνεδρίασης και εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1. Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η σύλληψη του δράστη συνηγόρου. Αν στη συνέχεια αποφασιστεί από την αρμόδια αρχή η παραπομπή του σε δίκη, η εκδίκαση γίνεται από το δικαστήριο που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 136 και 137. Αν η πράξη εκδικαστεί αμέσως, η απόφαση που εκδίδεται εις βάρος του συνηγό­ρου εκτελείται μόνο όταν αυτός εκπληρώσει εντελώς τα καθήκοντά του στη δίκη κατά τη διάρκεια της οποίας διαπράχ­θηκε το έγκλημα.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το δικαστήριο που σύμφωνα με τα άρθρα 116 και 117 είναι αρμόδιο να δικάσει αμέσως το έγκλημα αναβάλει για οποιονδήποτε λόγο τη δίκη (άρθρο 423), μπορεί να διατάξει την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου που έχει συλληφθεί αν τούτο επιτρέπεται. Στην περίπτωση αυτή η περαιτέρω διαδικασία και η εκδίκαση γίνεται από το αρμόδιο σύμφωνα με τα άρ­θρα 112-115 δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Την αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξης α­πό τον Ποινικό Κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήμα­τος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστα­τικά τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα (στην περίπτωση της απευθείας εισαγωγής της υπόθεσης).

2. Το δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάσει και σ' εκείνες τις περιπτώσεις όπου προκύπτει από τη συζήτηση ότι το έγκλημα ανήκει στην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης.

2. Το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παρα­πέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικασ­τήριο. Σ' αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμε­νο στο ακροατήριο.

3. Το μονομελές πλημμελειοδικείο και το πταισματο­δικείο παραπέμπουν την υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγε­λέα και διατάσσουν την σύλληψη του κατηγορουμένου, αν το έγκλημα όπως χαρακτηρίζεται από αυτά είναι κακούργη­μα. Μπορούν να διατάξουν τη σύλληψη του κατηγο­ρουμένου και όταν το έγκλημα είναι πλημμέλημα, για το ο­ποίο όμως επιτρέπεται προσωρινή κράτηση. Ο εισαγγε­λέας μπορεί να παραγγείλει ανάκριση (άρθρο 246 παρ. 3) ή προανάκριση ή να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο, όταν η παραπομπή στο μονομελές πλημμε­λειοδικείο ή στο πταισματοδικείο που έχει κηρυχθεί αναρ­μόδιο είχε γίνει με απευθείας κλήση. Αν η παραπομπή είχε διαταχθεί με βούλευμα, γίνεται κανο­νισμός της αρμοδιότητας σύμφωνα με τα άρθρα 132 και επ.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Έλεγχος καθ' ύλην αρμοδιότητας: Σε κάθε στάδιο της δίκης.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικα­στήριο που δικάζει κατ' έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο, επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ' αυτό ή σε κατώτερο από το πρωτο­βάθμιο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσ­βάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπό­θεση στην ουσία (άρθρο 502 παρ. 3). Σε κάθε άλλη πε­ρίπτωση καθ' ύλην αναρμοδιότητας ακυρώνει την από­φαση που προσβάλλεται με έφεση και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ενεργώντας ταυτόχρονα όσα προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 120.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η τοπική αρμοδιότητα προσδιορίζεται από τον τόπο όπου τελέστηκε το έγκλημα ή όπου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο κατηγορούμενος όταν αρχίζει η ποινική δίωξη.

2. Για έγκλημα που τελέστηκε με έντυπο το οποίο εκδόθηκε στην Ελλάδα αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου, όπως αποδεικνύεται, δημοσιεύ­τηκε το έντυπο (1). Όταν πρόκειται για δυσφήμηση ή εξύ­βριση αρμόδιο είναι επίσης και το δικαστήριο στην περι­φέρεια του οποίου κυκλοφόρησε μεταγενέστερα το έντυ­πο, αν ο παθών κατοικεί ή διαμένει μόνιμα στην περιφέ­ρεια αυτή. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτησή του από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου του τόπου κατοι­κίας ή διαμονής του παθόντος να παραπεμφθεί η εκδίκαση της υποθέσεως στο δικαστήριο του τόπου εκδόσεως του εντύπου. Ο εισαγγελέας διατάσσει την παραπομπή, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ευχερέστερης διεξαγωγής της δίκης. Αν η αίτηση απορριφθεί, ο κατηγο­ρούμενος ή ο συνήγορός του μπορεί να υποβάλει παρό­μοια αίτηση στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, το οποίο αποφασίζει για την παραπομπή ή όχι της υπο­θέσεως. Αν το έντυπο εκδόθηκε στο εξωτερικό, αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου το έντυπο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά και αν δεν εξακριβώθηκε αυτός ο τόπος, αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέ­ρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά αυτός που προσβλήθηκε˙ σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο της πρωτεύουσας.

 

(1) (Το πρώτο εδ. της παρ. 2 του άρθρου 122 τίθεται όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 1178/81. Κατά την μεταγλώττιση όμως από το Π.Δ. 258 /86 η μορφή του διαφοροποιήθηκε ως εξής: «Για έγκλημα που τελέστηκε με έντυπο το οποίο εκδόθηκε στην Ελλάδα αρμόδιο είναι τόσο το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου, όπως αποδεικνύεται, δημοσιεύτηκε το έντυπο, όσο και το δικαστήριο του τόπου της κατοικίας ή της προσωρινής διαμονής του κατηγορουμένου»).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό, τιμωρούνται όμως στην Ελλάδα, η αρμοδιότη­τα ορίζεται διαδοχικά από τον τόπο της κατοικίας στην Ελ­λάδα ή της προσωρινής διαμονής ή της σύλληψης ή της παράδοσης του κατηγορουμένου. Αν ο τόπος αυτός δεν είναι γνωστός ή αν ο κατηγορούμενος δεν κατοίκησε ή δεν είχε ποτέ τη διαμονή του στην Ελλάδα ή δεν έχει συλληφθεί εκεί ή αν είναι δημόσιος υπάλληλος που υπηρετεί σε ελληνική υπηρεσία του εξωτερικού, αρμόδιο είναι το δικαστήριο της πρωτεύουσας. Σε κάθε όμως περίπτωση ο Άρειος Πάγος, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, μπορεί, ύ­στερα από αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Υπουργού της Δικαιοσύνης, να ορίσει ως αρμόδιο ένα από τα δικαστήρια που βρίσκονται πιο κοντά στον τόπο της πράξης.

2. Για τα προβλεπόμενα στον ποινικό κώδικα ή σε ειδικούς ποινικούς νόμους εγκλήματα κατά της ασφαλείας της αεροπλοΐας και τα συναφή προς αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, που διαπράχθηκαν στο εξωτερικό και τιμωρούνται στην Ελλάδα, αρμόδια είναι τα δικαστήρια και οι εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές της πρωτεύουσας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για εγκλήματα που δια­πράχθηκαν σε ελληνικό πλοίο στο εξωτερικό ή σε ανοιχτή θάλασσα, η αρμοδιότητα ορίζεται από τον τόπο του λιμα­νιού όπου το πλοίο νηολογήθηκε ή του λιμανιού όπου το πλοίο προσέγγισε για πρώτη φορά μετά την πράξη.

2Για έγκλημα που διαπράχθηκε σε αεροσκάφος κατά τη διάρκεια της πτήσης, η αρμοδιότητα ορίζεται από τον τόπο όπου το αεροσκάφος προσγειώθηκε ή προσθαλασσώθηκε ή από τον τόπο από όπου το αεροσκάφος απογειώθηκε ή αποθαλασσώθηκε πριν από το έγκλημα. Αν το αεροσκάφος είναι ξένο, αρμόδιοι είναι επίσης οι ανακριτικοί υπάλληλοι και τα δικαστήρια που ορίζονται στο άρθρο 123.

3. Και στις δυο περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 αρμόδιο είναι επίσης το δικαστήριο της κατοικίας ή της προσωρι­νής διαμονής του κατηγορουμένου.

Διαβάστε περισσότερα..

Μεταξύ περισσότερων αρμόδιων δικαστηρίων ή ανακριτικών υπαλλήλων που έχουν επιληφθεί παράλληλα προτιμούνται εκείνοι του τόπου όπου διαπράχθηκε το έγκλημα. Αν ο τόπος αυτός είναι άγνω­στος, προτιμούνται εκείνοι που πρώτοι κάλεσαν ή διέτα­ξαν τη σύλληψη ή τη φυλάκιση του κατηγορουμένου. Μπο­ρεί όμως το συμβούλιο των Εφετών ή ο Άρειος Πάγος σύμ­φωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 132, να αναθέσει την ανάκριση και την απόφαση σε άλλο αρμόδιο δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ένσταση για τοπική αναρμοδιότητα προτείνεται σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης και έως την έναρξη της αποδεικτι­κής διαδικασίας στο ακροατήριο. Το δικαστήριο, το δικα­στικό συμβούλιο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και ο εισ­αγγελέας κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, διαπιστώνοντας την αναρμοδιότητά τους, παραπέμπουν την υπό­θεση στο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα που είναι αντί­στοιχα αρμόδιοι σύμφωνα με τα προηγούμενα άρθρα. Το όργανο που διαπίστωσε την αναρμοδιότητά του οφείλει και μετά την παραπομπή αυτή να φροντίσει για τη διενέρ­γεια των ανακριτικών πράξεων που είναι επείγουσες και δεν επιδέχονται αναβολή.

2. Η ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας που προτάθηκε έγκαιρα και δεν έγινε δεκτή, αν επαναληφθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και γίνει δεκτή, έχει συνέπεια την ακύρωση από το δικαστήριο αυτό της απόφασης που προσβάλλεται με την έφεση. Η υπόθεση τότε παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, μόνο όταν αυτό δεν ανήκει στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Στην αντίθετη περίπτωση το τελευταίο δικαστήριο δικάζει το ί­διο την υπόθεση στην ουσία (άρθρο 502 παρ. 3).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας: Έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι εκθέσεις και τα άλλα έγγραφα που συντάχθηκαν νομότυπα κατά την προδικα­σία και την κύρια διαδικασία από αναρμόδιο δικαστή ή ανακριτικό υπάλληλο διατηρούν την εγκυρότητά τους. Τα εντάλματα για προσωρινή κράτηση ισχύουν ως εντάλματα σύλληψης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα συναφή εγκλή­ματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστή­ριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστή­ριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτω­ση αυτή αρμόδιο και για τα αλλά συναφή.

2. Όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτερο­βάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο απόφαση.

3. Οι παράγραφοι 2 και 3, εδάφια α' και β' του άρθρου 130 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις συναφείας. (Με το άρθρο 38, παρ. 1 δ', του Ν. 2168/93, καταργήθηκε το εδ. β' της παραγράφου 3).

Διαβάστε περισσότερα..

Συναφή θεωρούνται μόνο τα εγκλήματα: α) όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετι­κούς τόπους και χρόνους ή από πολλούς όχι συναιτίους στον ίδιο τόπο και χρόνο, β) όσα γίνονται από πολλούς εναντίον αλλήλων, είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, και γ) όσα γίνονται με σκοπό να διευ­κολύνουν ή να κάνουν πιο εύστοχη την εκτέλεση ή να α­ποκρύψουν ένα από αυτά.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στην περίπτωση που συμμετέχουν περισσότεροι στο έγκλημα, αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι εκείνο που είναι αρμόδιο για εκείνον από τους συμμέτοχους ο οποίος επισύρει τη βαρύτερη ποινή. Αν οι συμμέτοχοι υπάγονται σε δικαστήρια διαφορετικού βαθμού (άρθρο 111 αριθ. 6 και άρθρο 112 αριθ. 2), αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι το ανώτερο. Το μεικτό ορκωτό δικαστήριο θεωρείται στην περίπτωση αυτή ανώτερο από τα άλλα.

2Το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί για ιδιαίτερους λόγους που αφορούν την ασφαλέστερη διά­γνωση της αλήθειας ή την ταχύτερη εκδίκαση της υπόθε­σης να διατάξει το χωρισμό της ανάκρισης ή και της συζή­τησης στο ακροατήριο.

3.  Αν κάποιος από αυτούς που συμμετείχαν στο έγ­κλημα είναι ανήλικος, η ποινική δίωξη γι' αυτόν χωρίζε­ται, και ο ανήλικος δικάζεται από το δικαστή ανηλίκων. Στα πλημμελήματα, αν ο εισαγγελέας στην περίπτωση της εισαγωγής με απευθείας κλήση και αιτιολογημένη απόφα­σή του που μνημονεύει τους συγκεκριμένους λόγους ή το δικαστικό συμβούλιο κρίνουν ότι δεν ενδείκνυται ο χωρι­σμός για λόγους που αφορούν το συμφέρον της δικαιο­σύνης, την υπόθεση τη δικάζει το κατά την παρ. 1 αρμό­διο δικαστήριο, στο οποίο μετέχει αν είναι δυνατόν σε κάθε βαθμό ο ειδικός δικαστής ανηλίκων. Δεν εμποδίζεται πάντως το δικαστήριο να διατάξει το χωρισμό. Η κατά το δεύτερο εδάφιο συνεκδίκαση δεν επιτρέπεται, εφόσον κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ο ανήλικος δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του. (Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3, του άρθρου 130, τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 7, παρ. 2, του Ν. 3090/24-12-2002).

4.  Όσα ορίζονται στην παρ. 3 ισχύουν και στην περί­πτωση του αγρονομικού ή αγροτικού πταίσματος. Στα άλ­λα πταίσματα η ποινική δίωξη για τον ανήλικο χωρίζεται πάντοτε.

5.  Οι διατάξεις του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα για τη συνάφεια ή τη συναιτιότητα εξακολουθούν να ισχύουν.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν εκλείψουν οι λόγοι των άρθρων 128, 129 και 130 παρ. 1, το δικαστήριο που σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δέχτηκε την αρμοδιότητά του για πρώτη φορά τη διατηρεί και για τις υπόλοιπες πράξεις ή τους άλλους κατηγορουμένους, μόνο όμως αν είναι αρμόδιο γι' αυτές σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 και 121. Διαφορετικά παραπέμπει την υπό­θεση στο αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμόδιων που δεν υ­πάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλή­λων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίστηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δυο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζε­ται ως εξής:

2.  Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υ­πάγονται τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετι­κά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενά­γοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια. Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο ε­φετών ή στον Άρειο Πάγο που συνέρχεται σε συμβούλιο.

3.  Ό,τι ορίζει η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και στην περίπτωση του άρθρου 120 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μόλις υποβληθεί η αίτηση και ωσότου εκδοθεί οριστική α­πόφαση γι' αυτήν, τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η σύγκρουση αρμοδιότητας και οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να απέχουν από κάθε περαιτέρω εν­έργεια. Γι' αυτό το σκοπό ο εισαγγελέας που απασχολή­θηκε με την αίτηση, μόλις την παραλάβει, ειδοποιεί τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή τους δικαστές που ασχολή­θηκαν με την υπόθεση. Οι δικαστές ειδοποιούνται διαμέ­σου του προέδρου τους. Οπωσδήποτε δεν κωλύεται η δι­ενέργεια των ανακριτικών πράξεων που επείγουν.

2. Αν οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή οι δικαστές που α­σχολήθηκαν με την υπόθεση συνεχίζουν τη διενέργεια πράξεων, μολονότι ειδοποιήθηκαν, τιμωρούνται πειθαρχι­κά και ευθύνονται για τις ζημίες και τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από αυτό το λόγο. Επίσης, διαδικασία που συνεχίστηκε με αυτό τον τρόπο είναι αυτοδικαίως άκυρη, εκτός από την περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η αίτηση του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενά­γοντος για τον προσδιορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου ήταν εντελώς αβάσιμη και απορριφθεί, επιβάλλεται αμετάκλητα και με την ίδια απόφαση πρόστιμο από πέντε ευρώ και ενενήντα λεπτά (5,90) έως πενήντα εννέα (59) ευρώ. (Για την μετατροπή των ποσών σε ευρώ βλ. άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2943/01).

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο που ορίζεται στο άρθρο 132 γίνεται υποχρεωτικά αρμόδιο και ενεργεί περαιτέρω ως υποκατά­στατο του αρχικά αρμόδιου. Το δικαστήριο οφείλει να κη­ρύξει την αναρμοδιότητά του σύμφωνα με το άρθρο 120 μόνο στην περίπτωση που από τη διαδικασία θα προκύψουν γεγονότα τα οποία επηρεάζουν την καθ' ύλην αρμοδιότητά του και δεν είχαν ληφθεί υπόψη από το συμβούλιο εφετών ή τον Άρειο Πάγο που το καθόρισαν αρμόδιο.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικα­στήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν: α) αποφασίστηκε η εξαίρεση ολόκληρου δικαστηρί­ου ή τόσων μελών ενός δικαστηρίου ώστε τα υπόλοιπα να μη συμπληρώνουν το νόμιμο αριθμό για τη συζήτηση της υπόθεσης, β) δεν υπάρχει ο νόμιμος αριθμός δικαστών για τη σύνθεση του δικαστηρίου, εξαιτίας ασθένειας ή άλλου λόγου, και το κώλυμα αυτό διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέ­σει δυο (2) τουλάχιστον μήνες από την ημέρα που παραπέμφθηκε αμετάκλητα η υπόθεση στο ακροατήριο, γ) «ε­πιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη ή συντρέχουν λόγοι ασφαλείας για τη μη μεταγωγή του κατηγορουμένου, που επιβάλλουν την εκδί­καση της υπόθεσης στο δικαστήριο που εδρεύει στο κατάστημα κράτησης αυτού». (Η περίπτωση γ' του 136 τίθεται ό­πως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 3772/10-7-09), δ) ο κατηγορούμενος εκτίει σε φυ­λακή εκτός της περιφέρειας του αρμόδιου κατά τα άρθρα 122-125 δικαστηρίου ποινή στερητική της ελευθερίας που το ανεκτέλεστο υπόλοιπό της υπερβαίνει τα τρία (3) έτη και πρόκειται να δικαστεί για κακούργημα, ή, αν κρίνεται ύποπ­τος να αποδράσει, και για πλημμέλημα, ε) όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή ει­σαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. Αν όμως πρόκειται για αυτό­φωρα εγκλήματα σε βάρος δικαστικών λειτουργών, που στρέφονται κατά της τιμής και της σωματικής ακεραιότητάς τους, δεν διατάσσεται παραπομπή, και στ) όταν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 117. (Το δεύτερο εδ­άφιο της περίπτωσης ε' τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 3160/03).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο εισ­αγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικός ενάγων ενώ στις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άρθρου 136 μόνο ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμ­βούλιο πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο στις περιπτώσεις των στοιχείων α' και β' του άρθρου 136, β) το συμβούλιο εφε­τών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμε­λές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο, γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση (εκτός από αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 499) και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ' του άρθρου 136. Στην τελευταία περίπτωση, αν την παραπομπή τη ζητεί ο εισαγγελέας, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισάγει την αίτηση σε συζήτηση μόνο αν συμφωνεί˙ αλλιώς παραγγέλλει στον εισαγγελέα που υπέβαλε την αίτηση να εισαγάγει την υπόθεση στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμ­φωνα με τα άρθρα 122-125. Τα άρθρα 132, 134 και 135 εδ. 1 εφαρμόζονται αναλογικά και σ' αυτή την περίπτωση.

2Αν μετά την έκδοση της απόφασης που διέταξε την παραπομπή και πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης πάψουν να υπάρχουν οι λόγοι που αναφέρονται στα στοιχεία α' έως δ' του άρθρου 136, η απόφαση μπορεί να ανακλη­θεί ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα του αρμόδιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου.

3. Σε περίπτωση που θα απορριφθεί η αίτηση για πα­ραπομπή μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση, αν συντρέ­χουν νέοι λόγοι.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο κώδικας αυτός ορίζει σε ποιες περιπτώσεις ο δικαστής εκ­δίδει απόφαση ή διάταξη. Διατάξεις εκδίδει και ο εισαγγελέας σε όσες περιπτώσεις του επιβάλλει ο νόμος την υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα κατά την προδικασία ή κατά το χρόνο που το δικαστήριο δια­κόπτει τη συνεδρίασή του. Στην τελευταία περίπτωση η διά­ταξη του εισαγγελέα μπορεί να γίνει και προφορικά. Η από­φαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα.

2. Πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει (άρθρο 27), καθώς και οι παρόντες διάδικοι. «Τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφο­ρικά, όταν η εμφάνισή του στο συμβούλιο προβλέπεται από το νόμο». ( Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του 138 τίθεται ό­πως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρ. 32 του Ν. 4055/12-3-12). Ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να ακουστούν οι διάδικοι πριν να εκδοθεί το βούλευμα ή η διάταξη του ανακριτή.

3. Η παράβαση της παρ. 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι αποφάσεις και τα βουλεύματα καθώς και οι διατάξεις του ανακριτή και του εισαγγελέα, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ενώ η καταδικαστική απόφαση και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να αναφέρουν και τον αριθμό του άρθρου του ποι­νικού νόμου που εφαρμόζεται (άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και ε' και 510 παρ. 1 στοιχ. δ' και η'). Μόνη η επανά­ληψη της διατύπωσης του νόμου δεν αρκεί για την αιτιολο­γία. Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα πρακτικά της συνεδρίασης συντάσσονται από το γραμματέα με ευ­θύνη δική του, καθώς και με ευθύνη του δικαστή που διευ­θύνει τη συζήτηση. Τα πρακτικά μνημονεύουν : α) τον τόπο, το χρόνο της συνεδρίασης και τις διακοπές της, καθώς και την ώρα που ορίστηκε για κάθε επανάληψη, β) τα ονοματεπώνυμα των δικαστών και του εισαγγελέα ή του δη­μόσιου κατήγορου και του γραμματέα, γ) το ονοματεπώ­νυμο και ό,τι άλλο συντελεί στην εξακρίβωση της ταυτότη­τας του κατηγορουμένου, των διαδίκων, των εκπροσώ­πων τους και των συνηγόρων, δ) τα ονοματεπώνυμα των μαρτύρων, των διερμηνέων, των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων και ε) την όρκιση των μαρτύ­ρων, των διερμηνέων και των πραγματογνωμόνων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντο­μία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις προσθήκες ή τις διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση μ' εκείνες που έγιναν στην ανάκριση˙επίσης τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορου­μένων και των αστικώς υπευθύνων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη δι­άρκεια της συνεδρίασης. Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των μαρτυριών ή των δηλώσεων που κρίνει ουσι­ώδη για τους σκοπούς της απόδειξης. Επίσης έχει τη δυνα­τότητα και να τα υπαγορεύσει ή και να επιτρέψει σ' εκείνον που εξετάζεται την υπαγόρευσή τους. Το γεγονός αυτό αναφέρεται στα πρακτικά.

2. Ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώριση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο, και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που α­ναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δι­καιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά προσφυγή κατά της άρ­νησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής από­φασης και μόνο μαζί με αυτήν.

3. Τα πρακτικά, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμ­φωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος τη διευθύνει θεωρεί και μονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά που συντάχθηκαν α­πό το γραμματέα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

2. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από τη συνεδρίαση καθα­ρογράφονται τα πρακτικά από το γραμματέα και υπογρά­φονται απ' αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτη­ση, ή, αν αυτός μετατέθηκε ή απομακρύνθηκε από τη δη­μόσια υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, από τον αρχαιότερο μεταξύ των δικαστών που συμμετεί­χαν στη συζήτηση και, αν το δικαστήριο είναι μονομελές, μόνο από το γραμματέα. Αν ο γραμματέας που συμμετεί­χε στη συζήτηση απομακρύνθηκε από την υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, τα πρακτικά συν­τάσσει όποιος διευθύνει τη γραμματεία του δικαστηρίου ή ο αναπληρωτής του με βάση τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Τα πρακτικά υπογράφονται απ' αυτόν και από τον διευθύνοντα τη συζήτηση σύμφωνα με τα παραπάνω. Η ημερο­μηνία υπογραφής των καθαρογραμμένων πρακτικών ση­μειώνεται αυθημερόν σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται στην οικεία γραμματεία.

3. Τα πρακτικά της συνεδρίασης του πταισματοδικείου και οι αποφάσεις και οι διατάξεις που καταχωρίζονται σ' αυτά μπορούν να καθαρογραφηθούν μαζί με το σκεπτικό και καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται από το γραμματέα (βιβλίο δημοσίευσης αποφάσεων). Με εντο­λή του διευθύνοντος τη συζήτηση, καθώς και ύστερα από αίτηση καθενός που έχει έννομο συμφέρον, ακόμη και του συνηγόρου του διαδίκου ή ύστερα από παραγγελία του δη­μόσιου κατηγόρου, του εισαγγελέα ή υστέρα από άσκηση ενδίκου μέσου, ο γραμματέας έχει υποχρέωση να καθαρογραφήσει τα πρακτικά, τις διατάξεις και την απόφαση σύμ­φωνα με τους ορισμούς των παραπάνω παραγράφων.

4. «Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και:

1) στις αποφάσεις του μονομελούς πλημμελειοδικείου και μονομελούς δικαστηρίου ανηλίκων: α) όταν είναι ανα­βλητικές, εκτός εάν διατάσσουν αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις, β) όταν εκδίδονται ύστερα από έφεση κατά α­ποφάσεων του πταισματοδικείου, γ) όταν παύουν οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου ή λόγω ανάκλησης της έγκλησης, δ) όταν είναι αθωωτικές, εφόσον η ποινική δί­ωξη είχε ασκηθεί αυτεπάγγελτα και δεν υπάρχει παθών ή πολιτικώς ενάγων, εκτός εάν διατάσσουν απόδοση κατασχεθέντων ή επικύρωση κατάσχεσης και δήμευση κατασχεθέντων, ε) όταν είναι καταδικαστικές κατ’ αντιμωλία και η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο δεν είναι εφέσιμη, εκτός εάν διατάσσουν απόδοση κατασχεθέντων ή επικύρω­ση κατάσχεσης και δήμευση κατασχεθέντων.

2) στις αποφά­σεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου: α) όταν εκδίδονται ύστερα από έφεση κατά αποφάσεων του μονομελούς πλημμελειοδικείου, για τις οποίες η καθαρογραφή γίνεται με καταχώριση σε ειδικό βιβλίο, β) όταν είναι αναβλητικές, εκτός εάν διατάσσουν αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις, γ) όταν παύουν οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου ή λόγω ανάκλησης της έγκλησης, δ) όταν εκδίδονται έπειτα από έφεση και είναι αθωωτικές, ε­φόσον δεν υπάρχει παθών ή παράσταση πολιτικής αγω­γής, εκτός εάν διατάσσουν απόδοση κατασχεθέντων ή επι­κύρωση κατάσχεσης και δήμευση κατασχεθέντων, ε) όταν είναι καταδικαστικές κατ’ αντιμωλία και η ποινή που επιβλή­θηκε δεν είναι εφέσιμη, εκτός εάν διατάσσουν απόδοση κατασχεθέντων ή επικύρωση κατάσχεσης και δήμευση κατα­σχεθέντων, στ) όταν αφορούν σωματικές βλάβες από αμέ­λεια, για τις οποίες η ποινική δίωξη παύει οριστικά κατ’ άρ­θρο 315 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο Π.Κ.». (Η παρ. 4 τίθε­ται όπως προστέθηκε με την παρ. 1, του άρθρου 11 του Ν. 3904/23-12-2010 - ΦΕΚ 218 Α).

5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της ολομέλειας του οικείου πρωτο­δικείου, μπορεί να επεκτείνεται η εφαρμογή της προηγούμε­νης παραγράφου και στα πρακτικά, όπως και στις αποφάσεις των μονομελών πλημμελειοδικείων, που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό και των μονομελών δικαστηρίων ανηλίκων στις παρα­κάτω περιπτώσεις: α) για τις παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, β) για τα πλημμελήματα καθυστέρησης πληρω­μής εργατικών ή εργοδοτικών εισφορών, γ) για τις παραβά­σεις του υγειονομικού κανονισμού, δ) για τις αγορανομικές παραβάσεις και ε) για τις αξιόποινες πράξεις που βεβαιώνο­νται με έκθεση δημόσιας αρχής. (1)

6. Όπου από τις διατάξεις της νομοθεσίας προβλέπεται επίδοση αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης ποινικού δικαστηρίου σ' αυτόν που καταδικάστηκε, αντί γι’ αυτήν μπορεί να επιδοθεί έγγραφο της γραμματείας του δι­καστηρίου, που περιέχει τον αριθμό της απόφασης, τη διά­ταξη που παραβιάστηκε και την ποινή που επιβλήθηκε. Η επίδοση αυτού του εγγράφου έχει τις συνέπειες της επίδο­σης αντιγράφου ή αποσπάσματος της απόφασης.

(1) Οι παρ. 5 και 6 αναριθμήθηκαν (από 4 και 5) με την παράγρ. 1 του άρθρου 11, του Ν. 3904/23-12-2010 - ΦΕΚ 218 Α).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Καθαρογραφή πρακτικών δίκης: Μέσα σε 8 ημέρες από τη συνεδρίαση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ενώπιον των δικαστηρίων, με εξαίρεση το πταισματο­δικείο, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρα­κτικών των συζητήσεων με φωνοληψία.

2. Η φωνοληπτική τήρηση των πρακτικών γίνεται από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και υπό τις οδηγίες του Δι­καστή που διευθύνει τη συζήτηση με μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση ή άλλες τεχνικές φωνοληψίας που διενεργούνται με τη χρήση κατάλληλων μηχανικών μέσων και, εφόσον παρίσταται αναγκαίο, με τη συνδρομή βοη­θητικού προσωπικού.

3. Οι υλικοί φορείς του ήχου όπως ψηφιακοί δίσκοι και κασέτες παράγονται, με την ενσωμάτωση του ήχου, σε ένα πρωτότυπο το οποίο φυλάσσεται στο αρχείο του δικα­στηρίου για τη διασφάλιση της δυνατότητας επαλήθευσης προς το απομαγνητοφωνημένο ή με άλλες τεχνικές εκτυ­πωμένο κείμενο και σε ένα κυρωμένο αντίτυπο, το οποίο χρησιμοποιείται για την εργασία της απομαγνητοφώνησης και εκτύπωσης.

4. Η μηχανική εγγραφή (φωνοληψία) κατά τη διαδικα­σία ενώπιον του ακροατηρίου αποτελεί για τις ανάγκες του άρθρου 142 παρ. 1 τα πρόχειρα πρακτικά.

5. Το απομαγνητοφωνημένο ή με άλλες τεχνικές εκτυ­πωμένο κείμενο υπογράφεται από τον δικαστή που διευ­θύνει τη συζήτηση και από τον γραμματέα, τίθεται στη δι­κογραφία και συνιστά το κατά την έννοια του άρθρου 142 παρ. 2 κείμενο των πρακτικών. (Το άρθρο 142Α τίθεται ό­πως προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3346/05).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε περίπτωση που υπάρχει ειδικός στενο­γράφος γραμματέας τηρούνται στενογραφημένα πρακτι­κά ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή ενός από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί ακόμη και όσο διαρκεί η αποδεικτική δια­δικασία στο δικαστήριο, που αποφαίνεται αμέσως και αμετακλήτως. Αν το δικαστήριο δεχτεί την αίτηση, κα­θορίζει το ποσό της δαπάνης, που πρέπει να καταβληθεί αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου από το διάδικο που υπέβαλε την αίτηση. Με έγκριση του Υπουργού Δι­καιοσύνης μπορεί να μετακληθεί για ορισμένη δίκη στε­νογράφος γραμματέας από άλλο δικαστήριο.

2. Τα στενογραφημένα πρόχειρα πρακτικά μονογράφονται από το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση και μέσα σε οκτώ (8) ημέρες γράφονται από το γραμματέα με κοινά γράμματα και υπογράφονται σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 2. Τα κανονικά πρακτικά συνοδεύονται από τα στενογραφημένα πρόχειρα, τα οποία, σε περί­πτωση που θα αμφισβητηθούν εκείνα που γράφτηκαν με κοινά γράμματα, αποτελούν πλήρη απόδειξη. Αν παρου­σιαστεί κώλυμα στο στενογράφο γραμματέα ή αν αυτός απομακρυνθεί (άρθρο 142 παρ. 2), ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση προσλαμβάνει για τη μετάφραση ιδιώτη στενογράφο που δίνει ενώπιον του τον όρκο του διερμηνέα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η απόφαση και οι διατάξεις που εκδίδονται κα­τά τη διάρκεια της συνεδρίασης συντάσσονται γραπτώς και υπογράφονται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 2.

2. Με έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα α­πό πρόταση της ολομέλειας του δικαστηρίου επιτρέπεται οι αποφάσεις και οι διατάξεις να μη συντάσσονται ιδιαιτέ­ρως, αλλά να καταχωρίζονται ολόκληρες στα πρακτικά. Στα πταισματοδικεία την πρόταση την υποβάλλει η ολο­μέλεια του πρωτοδικείου όπου υπάγονται. Οι διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 3 και 139 τηρούνται σε κάθε περίπτωση.

3. Η σύνταξη των καταδικαστικών αποφάσεων κατά των οποίων έχει ασκηθεί ένδικο μέσο γίνεται κατ' από­λυτη προτεραιότητα, όταν κρατείται εκείνος που το ασκεί. (Η παρ. 3 του άρθρου 144 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2408/96).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Υπογραφή αποφάσεων-διατάξεων: Μέσα σε 8 ημέρες από τη συνεδρίαση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ό­ταν στην απόφαση ή στη διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, ο δικα­στής που τις εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αί­τηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή τους, αν δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο.

2. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις, και τα όσα αναφέρονται ως προς την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευ­κρίνιση του διατακτικού της απόφασης όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλ­θηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση απόφασης του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου διατάσσεται, στην περίπτωση που έληξε η σύνοδος κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, από το δικαστήριο των Εφετών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το μεικτό ορκωτό δικαστήριο. Αν ασκήθηκε κατά της απόφασης ένδικο μέ­σο, τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της τη διατάσσει το δικαστήριο που την εξέδωσε, αν το ένδικο μέσο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο. Σε αντίθετη περίπτωση τη διόρ­θωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο.

3. Μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την, κατά το άρ­θρο 142 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο, καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών είναι δυνατό να ζη­τηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστή η διόρθωση των λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1. Τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περί­πτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε, αποτελούμενο από τους ίδιους αν είναι δυνατό δικαστές.

4.   - (Η παρ. 4 του άρθρου 145 καταργήθηκε με το άρθρο 34, παρ. 18β του Ν. 2172/93).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Διόρθωση-Συμπλήρωση απόφασης: Μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ανανέωση ή η αντικατά­σταση των πρωτοτύπων των αποφάσεων, των διατάξε­ων, των βουλευμάτων και των πρακτικών, καθώς και κά­θε άλλου εγγράφου της ποινικής διαδικασίας που κατα­στράφηκαν από οποιαδήποτε αιτία, χάθηκαν ή υπεξαι­ρέθηκαν, γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζει ειδικός νόμος.

Διαβάστε περισσότερα..

Αντίγραφα των αποφάσεων, των διατάξεων, των πρακτικών, των βουλευμάτων, καθώς και κάθε εγγράφου της ποινικής διαδικασίας δίνονται με­τά το τέλος της σε κάθε διάδικο της ποινικής δίκης, ενώ σε οποιονδήποτε άλλον που έχει συμφέρον δίνονται με αίτησή του και με έγκριση του προέδρου του δικαστηρί­ου ή του πταισματοδίκη. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 101, 104, 107 και 108. Σε οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον είναι δυνατόν να δοθούν αντίγραφα με ομόφωνη έγκριση του ανακριτή και του εισαγγελέα.

Διαβάστε περισσότερα..

Έκθεση ονομάζεται το έγγραφο που συντάσσει δημόσιος υπάλληλος ο οποίος εκπληρώνει κα­θήκοντα στην ποινική διαδικασία για να βεβαιώσει πρά­ξεις που έκανε ο ίδιος ή άλλος αρμόδιος δημόσιος υπάλ­ληλος με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεις τρίτων προ­σώπων που απευθύνονται σε αυτούς.

Διαβάστε περισσότερα..

Η έκθεση πρέπει να συντάσσεται στον τόπο όπου γίνεται η πράξη ή η δήλωση που βεβαιώνεται σ' αυτήν και στον ίδιο το χρόνο της ενέργειας, ή, αν αυτό είναι αδύνατον, αμέσως κατόπιν.

Διαβάστε περισσότερα..

Κατά τη σύνταξη της έκθεσης, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετι­κά, παρίσταται δικαστικός γραμματέας ή ανακριτικός υ­πάλληλος, και, αν δεν υπάρχουν αυτοί, παρίστανται δύο μάρτυρες. Οι μάρτυρες πρέπει να μην έχουν ηλικία κάτω από 17 ετών, να μην έχουν συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, να μην είναι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως τον τρίτο βαθμό με το δημόσιο υπάλληλο που συντάσσει την έκθεση ή τον κατηγορούμενο ή τον πολιτικώς ενάγοντα, να μην είναι προφανώς μεθυσμένοι ή διανοητικά άρρωστοι. Αν δεν υπάρχουν ούτε αυτοί οι μάρτυρες, ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να συντάξει την έκθεση μόνος του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η έκθεση που γράφεται από το δικαστικό γραμματέα, αν αυτός είναι παρών, πρέπει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία και, αν είναι δυνατόν, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η σύνταξή της˙τα ονοματεπώνυμα και την κατοι­κία των προσώπων που παρευρέθηκαν και τους τυχόν γνωστούς λόγους για τους οποίους δεν παρευρέθηκαν τα πρόσωπα που έπρεπε˙πρέπει να περιέχει ακριβή περι­γραφή των πράξεων που πιστοποιούνται με την έκθεση ή των δηλώσεων τρίτων που έγιναν σ' αυτόν που συντάσ­σει την έκθεση και να αναφέρει αν οι δηλώσεις αυτές υπήρξαν αυθόρμητες ή προκλήθηκαν με ερωτήσεις του υπαλλήλου. Η έκθεση διαβάζεται μπροστά σε όσους κατά το άρθρο 150 συνεργάστηκαν, και υπογράφεται απ' αυ­τούς, καθώς και από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν και από τον δημόσιο υπάλληλο που συνέταξε την έκθεση. Αν κάποιος απ' αυτούς που συνεργάστηκαν ή εξετάστηκαν δεν ξέρει ή αρνείται να υπογράψει, αυτό αναφέρεται στην έκθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η έκθεση έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου αποδειχτεί το αντίθετο. Για όσα όμως βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από δημόσιο υπάλληλο η έκθεση έχει αποδεικτική δύνα­μη ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα. Αυτό δεν εμπο­δίζει πάντως το δικαστή να εκτιμήσει το περιεχόμενο της έκθεσης ελεύθερα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή α­πό άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σ' αυτήν), η α­ναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπο­γραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει σύμφωνα με το άρθρο 150 ή που εξετάστηκαν ή η υπογραφή του δημόσιου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο νόμος ορίζει πότε είναι απαραίτητη η κοι­νοποίηση κάποιου εγγράφου της ποινικής διαδικασίας και πότε η επίδοσή του. Η κοινοποίηση και η επίδοση συνε­πάγονται τα ίδια νόμιμα αποτελέσματα.

2. Η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157, 159 και 165.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή, σε περίπτωση που δεν υπάρ­χουν, από όργανο της δημόσιας δύναμης ή από τον πρό­εδρο ή το γραμματέα της κοινότητας ή τον υπάλληλο του Δήμου ο οποίος έχει οριστεί για το σκοπό αυτόν με από­φαση του Δημάρχου. Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου όπου ασκεί το επάγγελμά του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά διαμένουν μαζί του ή τους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο. Από όλους τους παραπάνω εξαιρούνται όσοι κα­τά την ανεξέλεγκτη αντίληψη αυτού που κάνει την επίδο­ση είναι μικρότεροι από δεκαεπτά ετών ή προφανώς ψυ­χικά ασθενείς ή μεθυσμένοι. Εξαιρούνται επίσης οι παθόντες από το έγκλημα, όταν η επίδοση πρόκειται να γίνει στον κατηγορούμενο ή στον αστικώς υπεύθυνο, και αντιστρόφως. Αν πρόκειται για εργαζόμενο σε εργοστάσιο, η επί­δοση μπορεί να γίνει στο διευθυντή του εργοστασίου ή στο θυρωρό. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδάφια β' και γ' είναι υποχρεωμένα να παραδώσουν στον ενδια­φερόμενο το έγγραφο που τους επιδόθηκε, χωρίς καμία χρονοτριβή. [εδ. τελευταίο] Ειδικότερα, η επίδοση βουλευμάτων και αποφάσεων μπορεί να γίνει και με παράδοση του σχετικού εγγράφου (αποφάσεως ή βουλεύματος) στον ενδιαφερόμενο σε ψηφιακή μορφή, η γνησιότητα του περιεχομένου του οποίου θα πιστοποιείται με προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η παράδοση του πιο πάνω εγγράφου συνοδεύεται με την παράδοση στα χέρια του ενδιαφερομένου έκθεσης, στην οποία θα αναφέρεται το είδος του επιδιδομένου εγγράφου και ο λόγος για τον οποίο αυτό επιδίδεται.

2. Αν ένα από τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, αυτός που κάνει την επίδοση το επικολλά στην πόρτα της κατοικίας ή, προκειμένου για ξενοδοχείο ή οικοτροφείο, στην πόρτα του δωματίου, όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος ή στην πόρτα του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος ή απόφασης σε ψηφιακή μορφή, αυτός που κάνει την επίδοση επικολλά σφραγισμένο φάκελο, που περιέχει την προβλεπόμενη στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 έκθεση, μαζί με το έγγραφο σε ψηφιακή μορφή. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδάφια β΄ και γ΄ αρνήθηκαν να πάρουν το επιδιδόμενο έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερόμενου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου. 
Σε αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. 

3. Αν ο ενδιαφερόμενος κρατείται στη φυλακή ή σε άλλο καθορισμένο για την κράτηση τόπο, η επίδοση γίνεται στον τόπο αυτό με κάποιον από τους υπαλλήλους του καταστήματος κράτησης. Σ' αυτή την περίπτωση ως σύνοικοι του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου τούτου θεωρούνται ο διευθυντής της φυλακής ή του κατα­στήματος ή ο αναπληρωτής τους. 

Το άρθρο τίθεται αντικαταστάθηκε από το άρθρο 33 παρ. 5 του Ν. 2172/1993.

* Η παράγραφος 1 τροποποιή­θηκε με το άρθρο 18 παρ. 7 του Ν. 2721/1999.

*Το ακροτελεύτιο εδάφιο  της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 2 Ν. 4267/2014.

[ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ]

2. Αν ένα από τα πρόσωπα της προηγούμενης παρα­γράφου αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο, αυτός που κά­νει την επίδοση το επικολλά στην πόρτα της κατοικίας ή, προκειμένου για ξενοδοχείο ή οικοτροφείο, στην πόρτα του δωματίου όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος ή στην πόρτα του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του εργο­στασίου ή του γραφείου. Αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυ­ρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδάφ. β' και γ' αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απούσιαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερόμενου κατηγορουμέ­νου ή αστικώς υπευθύνου. Σ’ αυτή την περίπτωση τα α­ποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση του εγγράφου γίνε­ται στο σύζυγό του, ή αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν πρέπει κατά την ανέλεγκτη αντίληψη εκείνου που ενεργεί την επίδοση να έχουν ηλι­κία κατώτερη από δεκαεπτά ετών, ούτε να είναι ψυχικά α­σθενείς ή προφανώς μεθυσμένα, ούτε παθόντες από το έγκλημα, αν η επίδοση πρόκειται να γίνει στον κατηγο­ρούμενο ή στον αστικώς υπεύθυνο, και αντιστρόφως. Ως προς τα άλλα ζητήματα εφαρμόζεται και σ' αυτή την περί­πτωση η παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου.

2. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται προς το δήμαρχο ή το δημοτι­κό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκο­πό ή προς τον πρόεδρο ή το γραμματέα της κοινότη­τας ή προς τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοι­κίας ή διαμονής του αποδέκτη της επίδοσης, οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να φροντίσουν για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που τους επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλουν βεβαίω­ση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Η αρχή αυτή μπορεί κατά την κρίση της να παραγγείλει να γίνει πρόσθετη επίδοση και στον πρόεδρο του συλλόγου ή του σωματείου, στο οποίο ανήκει κατά το νόμο ο αποδέκτης της επίδοσης, οπότε τα αποτελέσματά της αρχίζουν από τη μεταγενέστερη επίδοση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν αυτός στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση είναι στρατιωτικός που υπηρετεί στο στρατό ξηράς, η επίδοση γίνεται στον ίδιο διαμέσου του φρουράρχου του τόπου στον οποίο υπηρετεί. Αν βρίσκεται σε πολεμικό πλοίο ή είναι στρατιωτικός που υπηρετεί στο ναυτικό ή στην αερο­πορία ή ανήκει στη χωροφυλακή, την αστυνομία πόλεων, την πυροσβεστική υπηρεσία, τη δασοφυλακή ή την αγρο­φυλακή ή το λιμενικό σώμα ή το σώμα φαροφυλάκων, η επίδοση γίνεται διαμέσου του διοικητή του. Τέλος, αν αυ­τός στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση είναι προϊ­στάμενος της αρμόδιας υπηρεσίας, η επίδοση γίνεται διαμέσου του προϊσταμένου Υπουργού.

Διαβάστε περισσότερα..

Η επίδοση σε όσους ανή­κουν στο εμπορικό ναυτικό ή στην πολιτική αεροπορία, στους σιδηροδρομικούς και τους τροχιοδρομικούς υπαλ­λήλους γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 155. Συγχρόνως ό­μως ανακοινώνεται στον άμεσο προϊστάμενο του αποδέ­κτη της επίδοσης και, αν πρόκειται για κυβερνήτη πλοίου ή αεροσκάφους, στο διευθυντή της ατμοπλοϊκής ή της αε­ροπορικής εταιρείας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η επίδοση μπορεί να γίνει και με το τα­χυδρομείο, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 156, σύμφωνα με όσα ορίζει σχετικό διάταγμα. Σε επείγουσα περίπτωση οι κλήσεις των διαδίκων και των μαρτύρων στην ανάκριση ή στο ακροατήριο μπορούν να σταλούν α­πευθείας με τηλεγράφημα που αναφέρεται στα πιο ουσια­στικά σημεία των κλήσεων.

2. Η επίδοση σε πρόσωπο που κρατείται σε φυλακή ή σε άλλο καθορισμένο για την κράτηση τόπο (άρθρο 155 παρ. 3) μπορεί να γίνει και με τηλεομοιοτυπική διαβίβαση του εγγράφου. Το συντασσόμενο για την επίδοση αυτή α­ποδεικτικό μπορεί να διαβιβαστεί σε αυτόν που παράγγειλε την επίδοση αυτή με ίδιο τρόπο. (Η παρ. 2 του άρ­θρου 159 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2298/95).

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος επιδίδει έγγραφο οφείλει να ανακοινώνει το περιεχόμενο του εγγράφου στον ενδιαφερόμενο και να αναγράφει το γεγονός στο επιδο­τήριο. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται την πειθαρχική τιμωρία του υπαιτίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και, αν πρόκειται για κλητήριο θέσπισμα ή κλήση του κατηγορουμένου, ο αριθμός αυτών, ο καλών εισαγγελέας, δημόσιος κατήγορος ή πταισματοδίκης, ως και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παρα­δόθηκε το έγγραφο και υπογράφεται το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και από εκείνον που ενεργεί την επίδο­ση. Αν το πρόσωπο αυτό δηλώσει ότι δεν ξέρει ή δεν μπορεί να υπογράψει, ή αν αρνηθεί, ή αν το έγγραφο που επιδίδεται τοιχοκολληθεί κατά το άρθρο 155 παρ. 2, τα γεγονότα αυτά, καθώς και το ονοματεπώνυμο εκείνου που αρνήθηκε να το παραλάβει κατά το άρθρο 155 παρ. 2, α­ναγράφονται στο αποδεικτικό. Προσλαμβάνεται επίσης α­πό όποιον ενεργεί την επίδοση ένας μάρτυρας, του οποί­ου το ονοματεπώνυμο, η κατοικία και το επάγγελμα ανα­γράφονται στο αποδεικτικό, που το υπογράφει και αυτός αν ξέρει γράμματα.

2. Αυτός που επιδίδει οφείλει επίσης σε κάθε περί­πτωση να σημειώσει στο έγγραφο τη χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης, καθώς και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε, και να υπογράψει τη σχετική σημείωση. [εδ. β] 

 [εδάφιο τελευταίο] Σε περίπτωση επίδοσης βουλεύματος ή αποφάσεως με παράδοση σε ψηφιακή μορφή, η σημείωση του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται επί της εκθέσεως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 155.

3. Η τηλεγραφική μεταβίβαση που κατά το άρθρο 159 αναπληρώνει την επίδοση, βεβαιώνεται από τον υπάλλη­λο που ενεργεί την επίδοση με αποδεικτικό, το οποίο συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4. Η επίδοση μπορεί να αποδεικνύεται και με έγγραφο παραλαβής το οποίο συντάσσεται κάτω από το αντίγρα­φο του εγγράφου που επιδίδεται και υπογράφεται απ' αυτόν προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή από σύνοικό του. Η απόδειξη συντάσσεται από τα όργανα της επίδο­σης ή από τους υπαλλήλους της γραμματείας για τις επι­δόσεις που γίνονται μέσα στα δικαστικά καταστήματα. Περιέχει απαραιτήτως το ονοματεπώνυμο εκείνου που επιδίδει και εκείνου που παραλαμβάνει το έγγραφο, καθώς και τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης. Ο τόπος και η χρονολογία της επίδοσης σημειώνεται και στο έγγραφο που παραδίδεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρά­γραφο 2.

*Το τελευταίο εδάφιο παραγράφου 2 προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 4 Ν. 4267/2014.

Διαβάστε περισσότερα..

Το αποδεικτικό της επίδοσης, που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 161, έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου προσ­βληθεί για πλαστότητα. Η προσβολή του ως πλαστού δεν εμποδίζει την ποινική δίκη να προχωρήσει, αν το δικα­στήριο κρίνει ότι αυτός στον οποίο έγινε η επίδοση πληροφορήθηκε έγκαιρα το περιεχόμενο του εγγράφου που επιδόθηκε. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν λείπει κάποιο στοιχείο που αναφέρεται στο κύρος του αποδεικτικού εγ­γράφου. Ως προς το ζήτημα αυτό αιτιολογημένα αποφα­σίζει το δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εκείνος που κάνει την επίδοση, και από ασυγχώρητη αμέλεια παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 155-159 και 161, τιμωρείται πειθαρχικά. Αν η παράβαση ανακαλυφθεί στο ακροατήριο και ιδίως όταν αυτή προκύπτει από έγ­γραφο της δικογραφίας, το δικαστήριο που δικάζει την ποινική υπόθεση επιβάλλει υποχρεωτικά στον υπαίτιο την πειθαρχική ποινή επίπληξης ή προστίμου 5,90 έως 59 ευρώ ή και τις βαρύτερες ποινές που προβλέπουν οι πειθαρχικές διατάξεις από τις οποίες διέπεται, ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητάς του. Αν η παράβαση είναι και αξιόποινη μπορεί να επιβληθεί και η προβλεπόμενη ποι­νή. Αν ο υπαίτιος είναι απών, η απόφαση επιδίδεται σ' αυτόν. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση διαβιβάζεται με επιμέλεια του εισαγγελέα της έδρας στην προϊσταμένη αρχή αυτού που ενήργησε την επίδοση. Αν ο υπαίτιος δεν παρίσταται, έχει δικαίωμα να ζητήσει, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τότε που του επιδόθηκε η απόφαση, την αναθεώρησή της από το ίδιο δικαστήριο. Σ' αυτήν την πε­ρίπτωση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα. (Του άρθρου 163, παρ. 1 τα ποσά μετατράπηκαν σε ευρώ από τα άρθρα 3-5 του Ν. 2943/01).

2. Όσοι αρνούνται να παραλάβουν το έγγραφο που τους επιδίδεται ή να υπογράψουν το επιδοτήριο τιμωρού­νται για απείθεια σύμφωνα με τις διατάξεις του ποινικού κώδικα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όποιος ενεργεί επιδόσεις εισπράττει για κάθε επί­δοση δικαιώματα που καθορίζονται και καταβάλλονται με τον τρόπο που ορίζει προεδρικό διάταγμα.

2. Τα δικαιώματα που καταβάλλονται σ' εκείνον που ενεργεί επιδόσεις εκκαθαρίζονται μαζί με τα άλλα δικαστι­κά έξοδα από το γραμματέα του αρμόδιου ποινικού δικα­στηρίου εις βάρος του καταδικασμένου. Σε περίπτωση α­ναβολής της δίκης επειδή απουσιάζουν οι μάρτυρες, η εκ­καθάριση γίνεται εις βάρος όσων απουσιάζουν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η κοινοποίηση γίνεται με α­νακοίνωση του δικαστή, του εισαγγελέα ή του ανακριτικού υπαλλήλου στον παρόντα διάδικο, μάρτυρα ή πραγματογνώμονα ή τεχνικό σύμβουλο ή τους συνηγόρους ή αντι­κλήτους των διαδίκων. Για την κοινοποίηση συντάσσεται έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 151 του Κώδικα. Η κοινο­ποίηση που γίνεται στο ακροατήριο μνημονεύεται στα πρα­κτικά της συνεδρίασης.

2. Η κοινοποίηση των βουλευμάτων και των διατάξεων του ανακριτή στην εισαγγελική αρχή γίνεται μόλις αυτά εκδοθούν με παράδοση αντιγράφου από το γραμματέα του δικαστικού συμβουλίου ή του ανακριτή στο γραμματέα της εισαγγελίας ή με προσαγωγή του πρωτοτύπου στον εισαγ­γελέα. Όποιος ενεργεί την κοινοποίηση συντάσσει γι' αυ­τήν έκθεση, που υπογράφεται από τον ίδιο και το γραμμα­τέα της εισαγγελίας ή τον εισαγγελέα. Αν δεν συνταχτεί η έκθεση, η κοινοποίηση θεωρείται ότι έγινε την τρίτη ημέρα από την ημέρα που εκδόθηκε το βούλευμα ή η διάταξη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφο­ρετικά, η προθεσμία εμφάνισης των διαδίκων, των μαρ­τύρων και πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο ορίζεται σε δέκα πέντε (15) ημέρες. Αν ο κλητευόμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία αυτή είναι τριάντα (30) ημερών αν η διαμονή του βρίσκεται σε χώρα της Ευρώπης ή της Μεσογείου και εξήντα (60) ημε­ρών σε κάθε άλλη περίπτωση.

2. Η προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επίδοσης και λήγει την προηγούμενη της ημέρας της δικασίμου.

3. Η μη τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται στην παρ. 1 και 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικα­σίας στο ακροατήριο (άρθρο 174 παρ. 2).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Κλήτευση στο ακροατήριο: Γίνεται 15 ημέρες πριν, αν ο κλητευόμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, 30 ημέρες αν πρόκειται για χώρα της Ευρώπης ή της Μεσογείου και 60 ημέρες σε κάθε άλλη περίπτωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η επίδοση της πολιτικής αγωγής στον κα­τηγορούμενο ή τον αστικώς υπεύθυνο πρέπει να γίνει πέ­ντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Επίδοση πολιτικής αγωγής στον κατηγορούμενο ή τον αστικώς υπεύθυνο: Γίνεται πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι προ­θεσμίες που ορίζονται στον κώδικα υπολογίζονται σύμφω­να με το καθιερωμένο ημερολόγιο. Όταν η προθεσμία ορί­ζεται σε ημέρες, δεν υπολογίζεται η ημέρα με την οποία συμπίπτει το χρονικό σημείο ή το γεγονός από το οποίο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία. Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρετέα, η προθεσμία παρεκτείνεται έ­ως και την επομένη μη εξαιρετέα ημέρα. Η εικοσιτετράωρη προθεσμία διαρκεί όλη την επόμενη ημέρα μετά την έναρ­ξή της.

2. Η τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεων, την κατάθεση εγγράφων ή την άσκηση ένδι­κων μέσων θεωρείται ότι λήγει τη στιγμή που λήγει η τε­λευταία εργάσιμη ώρα του αρμόδιου δικαστικού γραφείου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος που διατάσσει την επίδοση της κλήσης, μπορεί, αν συντρέ­χουν κατά την κρίση του κίνδυνος παραγραφής ή άλλοι εξ­αιρετικοί λόγοι που μνημονεύονται στην παραγγελία προς επίδοση, να συντομεύσει την προθεσμία εμφάνισης των κατηγορουμένων, των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο σε οκτώ (8) κατ' ανώτατο όριο ημέ­ρες, εφόσον πρόκειται για πρόσωπα γνωστής διαμονής στην ημεδαπή.

2. Ο διάδικος που προς όφελός του ορίζεται κάποια προθεσμία μπορεί να παραιτηθεί ή να συναινέσει στη συν­τόμευσή της με γραπτή ή προφορική δήλωσή του στο γραμματέα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Για τη δή­λωση αυτή συντάσσεται έκθεση. Ανάκληση της δήλωσης δεν επιτρέπεται. Αν όμως μετά τη δήλωση προκύψουν λό­γοι που να δικαιολογούν νέα προθεσμία σ' αυτόν που πα­ραιτήθηκε, μπορεί να ζητήσει από τον εισαγγελέα ή τον δημόσιο κατήγορο να προσδιοριστεί νέα δικάσιμος και, αν δεν του δοθεί, να ζητήσει από το δικαστήριο αναβολή της συζήτησης.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Κλήτευση στο ακροατήριο: Γίνεται με προθεσμία οκτώ (8) ημερών αν υφίσταται κίνδυνος παραγραφής και εφόσων πρόκειται για πρόσωπα γνωστής διαμονής στην ημεδαπή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας ε­πέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο.

2. Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρ­χεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. (Η παρ. 2 του άρθρου 170 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 2172/93).

Διαβάστε περισσότερα..

Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται:

1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορί­ζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ει­δικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης α­πό τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προ­δικασίας που ορίζονται στο νόμο, γ) την αναστολή της ποι­νικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεω­τικά ο νόμος, «δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δι­καιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρω­παϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθ­νές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα». (Το στοιχείο δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 171 τί­θεται όπως αντικαταστάθηκε από την παράγρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/23-12-2010 - ΦΕΚ 218Α).

2) Αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη δια­δικασία του ακροατηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο δικαστής ή οποιοσδήποτε δημόσιος υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία συντάξει ή δεχθεί παραβαίνοντας το νόμο έγγραφο που δεν έχει ή έχει ελλιπές το τέλος ή το ένσημο που επιβάλλεται από το νόμο, η ποινική διαδικασία δεν είναι άκυρη, ούτε η πολιτική αγωγή που α­σκήθηκε σ’ αυτήν. Στον παραβάτη υπάλληλο μπορούν όμως να επιβληθούν οι ποινές που ορίζονται στον κώδικα για τα τέλη χαρτοσήμου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από το διάδικο που έχει συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική α­πόφαση σε τελευταίο βαθμό.

2. Από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδι­κασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο.

3. Εκτός από την απόλυτη ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 171, η ακυρότητα που προήλθε από ενέργεια ή από παράλειψη του εισαγγελέα ή του διαδίκου ή που έγινε δεκτή ρητά απ' αυτούς δεν μπορεί να προταθεί από τους ίδιους.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Πρόταση σχετικής ακυρότητας: Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική α­πόφαση σε τελευταίο βαθμό.

Πρόταση απόλυτης ακυρότητας(άρθρου 171): Όταν αναφέρεται σε πράξη προδικασίας, έως την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ακυ­ρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται.

2. Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητήριου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπευθύνου και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότη­τα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους και της πολιτικής αγωγής, καθώς και η ακυρότητα, που αναφέρεται στο άρ­θρο 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Μπορεί όμως το δικαστήριο να αναβάλει τη συζήτηση, αν κρίνει ότι από την ακυρότητα, μολονότι δεν προτάθηκε, είναι δυνατόν να προξενηθεί βλάβη στην υπερ­άσπιση του κατηγορουμένου ή του αστικώς υπευθύνου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες απ' αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας. Ο δικα­στής μπορεί να κηρύξει άκυρες και πράξεις σύγχρονες ή προγενέστερες, μόνο όταν είναι συναφείς με εκείνην που ακυρώθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αρμόδιο να κηρύξει την α­κυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας.

2. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσο­ντας την ακυρότητα διατάσσει την επανάληψη των άκυρων πράξεων αν το κρίνει αναγκαίο και εφικτό. Αν δικαστικός ή ανακριτικός υπάλληλος ή κλητήρας είναι υπαίτιος της ακυρότητας από ασυγχώρητη αμέλεια, του επιβάλλονται τα έξοδα της επανάληψης των πράξεων χωρίς να αποκλείεται και η πειθαρχική δίωξή του.

3. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τις διατά­ξεις της προηγούμενης παραγράφου ο δικαστής ή άλλος υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, αν αντιληφθεί κάποιο λόγο ακυρότητας για πράξη που τέλεσε ο ίδιος, έχει υποχρέωση, εάν είναι δυνατόν, να την επαναλάβει αμέσως.

 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι δικα­στές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κα­νόνες αποδείξεων, αλλά πρέπει να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων.

2. «Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιό­ποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία». (Η παρ. 2 του άρθρου 177 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 3674/10-7-2008).

Διαβάστε περισσότερα..

Κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι: α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα.

Διαβάστε περισσότερα..

Στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων. Εξαίρεση απ' αυτό το γενικό κανόνα ως προς το παραδεκτό της μαρτυρικής απόδειξης υπάρχει όταν βάση του εγκλήματος είναι κάποια ιδιωτική υποχρέωση. Σ' αυτή την περίπτωση η απόδειξη της ιδιωτικής υποχρέωσης κρίνεται κατά τις διατάξεις του αστικού νόμου, ενώ για την απόδειξη της ίδιας της αξιόποινης πράξης επιτρέπεται κάθε αποδεικτικό μέσο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αυτοψία μπο­ρεί να γίνει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας σε τόπους, πράγματα ή ανθρώπους, για να βεβαιωθούν η τέλεση και οι περιστάσεις του εγκλήματος.

2Αν το έγκλημα δεν άφησε ίχνη ή άλλες υλικές εκδη­λώσεις ή αν αυτές εξαλείφθηκαν ή αλλοιώθηκαν, εκείνος που ενεργεί την αυτοψία περιγράφει την παρούσα κατά­σταση των πραγμάτων, ελέγχοντας συνάμα κατά το δυνατόν και την προηγούμενη.

3. Για την αυτοψία συντάσσεται έκθεση (άρθρα 148 επ.).

Διαβάστε περισσότερα..

Κατά τη διεξ­αγωγή της αυτοψίας εκείνος που την ενεργεί μπορεί να προβεί είτε ο ίδιος είτε με τη συνδρομή ειδικού υπαλλήλου ή εμπειρογνώμονα σε ιχνογραφήματα, φωτογραφίσεις ή απεικονίσεις και ιδίως να πάρει δακτυλικά ή άλλα αποτυπώματα. Μπορεί επίσης να προχωρήσει σε πειράματα με περιεχόμενο την αναπαράσταση του εγκλήματος ή την εξακρίβωση άλλων περιστατικών που είναι χρήσιμα για την ανακάλυψη της αλήθειας. Κατά τη διεξαγωγή των πειραμά­των πρέπει να αποφεύγονται η προσβολή του θρησκευτικού, του εθνικού ή του ηθικού συναισθήματος, ή ο κίνδυνος να διαταραχθεί η δημόσια τάξη, καθώς και η δημοσιότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν γίνεται η αυτοψία, μπορούν να προσληφθούν μάρτυρες ή πραγματογνώμονες, που ορκίζονται νομό­τυπα για να γίνει ο καθορισμός πραγμάτων ή τόπων ή της ταυ­τότητας προσώπων ή για να δοθούν άλλα χρήσιμα στοιχεία.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπο­ρούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. [1]

 

[1] Βλ. όμως παρ. 3 του άρθρου 30 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3727/08, σύμφωνα με την οποία: «ο ενεργών την προανάκριση ή κυρία ανάκριση διατάσσει υποχρεωτι­κά την άμεση διενέργεια πραγματογνωμοσύνης».

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν μπορεί να γίνει σε εργα­στήριο που ιδρύθηκε ειδικά από το νόμο, καθώς και σε άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις, διορίζονται δύο ή περισσότεροι πραγματογνώμονες. Σε επείγουσες ή μικρότερης σημασίας περιπτώσεις μπορεί να διοριστεί μόνο ένας. Ο διορισμός τους σε εξαιρετικά επείγουσες περιστάσεις μπορεί να γίνει και προφορικά, επακολουθεί όμως η σύνταξη του εγγράφου.

2. Σε οποιοδήποτε στάδιο της προδικασίας, σε κάθε όμως περίπτωση πριν παραδοθεί η έκθεση της πραγμα­τογνωμοσύνης, ο εισαγγελέας εφετών, κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ότι οι πραγματογνώμονες που διορίστηκαν εί­ναι περισσότεροι από όσους χρειάζονται, έχει το δικαίωμα με διάταξή του που κοινοποιείται στον ανακριτή να περιο­ρίσει έως τρεις τον αριθμό των περισσότερων πραγματογνωμόνων που διορίστηκαν από τον ανακριτή σε συγκεκριμένη υπόθεση. Σ’ αυτή την περίπτωση ο ανακριτής κρί­νει ποιοι από τους πραγματογνώμονες που είχαν αρχικά διοριστεί, θα διατηρηθούν. Τα ίδια ισχύουν και για τους πραγματογνώμονες που διορίστηκαν από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο.

Διαβάστε περισσότερα..

Το συμ­βούλιο των πλημμελειοδικών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, καταρτίζει μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου πίνακα πραγματογνωμόνων κατά ειδικότητες από πρόσωπα που δια­μένουν στην έδρα του και είναι κατάλληλα για τη διενέρ­γεια πραγματογνωμοσύνης, προτιμώντας δημόσιους υπαλ­λήλους. «Στον πίνακα περιλαμβάνονται παιδοψυχίατροι, και ελλείψει αυτών, ψυχίατροι και ψυχολόγοι εξειδικευμένοι στα θέματα γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίη­σης παιδιών». [Το προηγούμενο εδάφιο (δεύτερο του 185) τίθεται όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 6, του Ν. 3727/17-12-08). Ο πίνακας υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών, που έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον Οκτώβριο από το συμβούλιο των εφετών τη μεταρρύθμισή του. Το συμβούλιο των εφετών αποφαίνεται σχετικά το Νοέμβριο. Ο πίνακας, αφού οριστικοποιηθεί, τοιχοκολλάται στο ακροατήριο του πλημμελειοδικείου και ανακοινώνεται το Δεκέμβριο κάθε χρόνου από τον εισαγγε­λέα πλημμελειοδικών στους ανακριτικούς υπαλλήλους της περιφέρειας. Κάθε χρόνο ισχύει, ωσότου συνταχτεί νέος πίνακας, ο πίνακας που συντάχθηκε το προηγούμενο έτος.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο διορισμός των πραγματογνωμόνων πρέπει να γίνεται με κάθε επιμέλεια από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο, με επιλογή ανάμεσα στα πρόσωπα που αναγράφονται στον πίνακα ο οποίος έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 185. Μόνο αν δεν υπάρχει τέτοιος πίνακας ή δεν περιέχει τις ειδικότητες που απαιτούνται για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που έχει διαταχθεί, ή αν οι αναγραφόμενοι στον πίνακα δεν βρίσκονται στην περιφέρεια του οργάνου που τους διορίζει, είναι δυνατόν να διοριστούν και πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα. Ο διορισμός πραγματογνωμόνων με αυτό τον τρόπο γίνεται και όταν υπάρχουν πραγματογνώμονες ειδικά διορισμένοι με νόμο, αν εκείνος που ενεργεί την ανάκριση με σύμφωνη γνώμη του ει­σαγγελέα πλημμελειοδικών ή ο εισαγγελέας εφετών κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται σε εξαιρετική περίπτωση. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το δικαστήριο. Διορίζεται και ειδικός πραγματογνώμονας που δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα, αν το υποδείξουν οι πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί.

2. Κατά την επιλογή των πραγματογνωμόνων το όρ­γανο που διορίζει οφείλει να λαμβάνει υπόψη του και την προηγούμενη απασχόληση των πραγματογνωμόνων του πίνακα και να αποφεύγει χωρίς σοβαρό λόγο να αναθέτει πραγματογνωμοσύνη στον ίδιο πραγματογνώμονα, αν υ­πάρχουν στον πίνακα άλλοι της ίδιας ειδικότητας που δεν διορίστηκαν στον ίδιο χρόνο. Γι' αυτό το σκοπό τηρείται σε κάθε δικαστήριο ενιαίο βιβλίο για τους πραγματογνώμονες που διορίζονται σύμφωνα με την ειδικότητά τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, και ιδίως όταν δεν είναι δυνατόν να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας, εκείνος που ενεργεί την ανάκριση μπορεί να μην τηρήσει τις διατάξεις του άρθρου 186 και να αναθέσει σε ειδικό να ενεργήσει προκαταρκτική πραγ­ματογνωμοσύνη. Ο πραγματογνώμονας αυτός προβαίνει στις πρώτες βεβαιώσεις, εξασφαλίζει κατά το δυνατόν τη διατήρηση των αντικειμένων που πρόκειται να εξεταστούν και συντάσσει σχετική έκθεση. Εκείνος που ενεργεί κατόπιν την ανάκριση οφείλει να διορίσει αμέσως ορι­στικούς πραγματογνώμονες σύμφωνα με το άρθρο 186.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν μπορούν να διοριστούν πραγματογνώμονες: α) όσοι δεν συμπλήρωσαν το 21ο έτος της ηλικίας τους, β) όσοι διατελούν σε κατάσταση απαγόρευσης, γ) όσοι καταδικάστηκαν για κακούργημα ή πλημμέλημα που συνεπάγεται τη στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων ή την έκπτωσή τους από τη δημόσια υπηρεσία, καθώς και εκείνοι από τους οποίους έχει αφαιρεθεί η άδεια να ασκούν το επάγγελμά τους, όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή, δ) όσοι έχουν συμπράξει με οποιονδήποτε τρόπο οτη διαμόρφωση της παρούσας κατάστασης του αντικειμένου της πραγματογνωμοσύνης και ε) όσοι αναφέρονται στα άρθρα 210211 και 222. Αν δεν τηρηθεί η διάταξη αυτή, η πραγματο­γνωμοσύνη είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο διοριζόμε­νος πραγματογνώμονας είναι υποχρεωμένος να δεχτεί την εντολή που του ανατέθηκε, αν είναι δημόσιος υπάλληλος ή ασκεί νόμιμα επιστήμη, τέχνη ή επάγγελμα, που η γνώ­ση τους κρίνεται αναγκαία για την ενέργεια της πραγμα­τογνωμοσύνης. Αν δεν δεχτεί την εντολή, τιμωρείται για απείθεια κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Όταν τελειώσει την πραγματογνωμοσύνη, έχει το δικαίωμα να πάρει την νόμιμη αμοιβή και τα έξοδα που κατέβαλε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπονται στο άρθρο 188 ή κάποιος λόγος για εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 191, ο πραγματογνώμονας που διορίστηκε έχει την υποχρέωση να ζητήσει την απαλλαγή του από ε­κείνον που τον διόρισε. Μπορεί επίσης να ζητήσει την α­παλλαγή του αν υπάρχει κάποιο άλλο σοβαρό κώλυμα, το οποίο θα εκτιμηθεί από το όργανο που τον διόρισε.

2. Εκείνος που προέβη στο διορισμό έχει το δικαίωμα με αιτιολογημένη απόφαση ή διάταξή του να αντικαταστή­σει τον πραγματογνώμονα που αμελεί, όπως και εκείνον στον οποίο παρουσιάζεται μετά την αποδοχή σοβαρό κώ­λυμα να ενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να εξαιρεθούν για τους λό­γους που αναγράφονται στο άρθρο 15, που εφαρμόζο­νται ανάλογα. Δεν αποτελεί όμως λόγο για εξαίρεση του πραγματογνώμονα το ότι στην ίδια υπόθεση γνωμοδότησε ο ίδιος ως πραγματογνώμονας σε άλλο θέμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για εξαίρεση έχουν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και μπορούν να το ασκήσουν, μέχρις ότου οι πραγματογνώμονες αρχίσουν το έργο τους. Γι' αυτό το λόγο εκεί­νος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει ν' ανα­κοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμά τους στον εισ­αγγελέα και στους διαδίκους, εκτός αν αυτό είναι αδύνα­τον ή αν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 187. Η μη ανακοίνωση των ονοματεπωνύμων των πραγματογνωμόνων παρέχει το δικαίωμα να ζητηθεί η εξαίρεσή τους και μετά την παράδοση της έκθεσης πραγματογνωμοσύ­νης έως το τέλος της ανάκρισης, αν ο διορισμός έγινε στην προδικασία, ή έως την ορκωμοσία των πραγματογνωμόνων αν ο διορισμός έγινε στο ακροατήριο.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Αίτηση εξαίρεσης πραγματογνώμονα: Μέχρι την έναρξη της πραγματογνωμοσύνης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ως προς την αίτηση για εξαίρεση αποφαίνεται αμετάκλητα με διάταξή του εκεί­νος που διόρισε τον πραγματογνώμονα. Σε περίπτωση που ο πραγματογνώμονας διορίστηκε από το δικαστήριο, αυτό εκδίδει ιδιαίτερη απόφαση. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, διορίζεται άλλος πραγματογνώμονας.

2. Την εξαίρεση πραγματογνωμόνων που διορίστη­καν κατά την προανάκριση από τον ανακριτικό υπάλληλο την αποφασίζει ο εισαγγελέας. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού δεν κωλύεται πάντως η ενέργεια της πραγματο­γνωμοσύνης.

3. Οι πράξεις πραγματογνωμοσύνης στις οποίες πή­ρε μέρος εκείνος που εξαιρέθηκε είναι αυτοδικαίως άκυ­ρες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. «Σ'αυτούς που έχουν ήδη δώσει όρκο ως πραγματογνώμονες υπενθυμίζεται ο όρκος που έχουν δώσει. Οι υπό­λοιποι ορκίζονται, αφού επιλέξουν τον τύπο του όρκου, θρησκευτικό ή πολιτικό που θα δώσουν. Οι πραγματογνώμονες, που επιλέγουν το χριστιανικό όρκο, ορκίζονται στο ιερό ευαγγέλιο ως εξής: «Ορκίζομαι να διενεργήσω με πλήρη αμεροληψία και επιμέλεια και με κάθε μυστικότη­τα την πραγματογνωμοσύνη που μου ανατέθηκε, έχον­τας μοναδικό σκοπό την εξακρίβωση της αλήθειας. Ο Θεός βοηθός μου και το ιερό ευαγγέλιο». Όσοι επιλέξουν τον πολιτικό όρκο ορκίζονται ως εξής: «Δηλώνω επικα­λούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου ότι θα διενεργή­σω με πλήρη αμεροληψία και επιμέλεια και με κάθε μυσ­τικότητα την πραγματογνωμοσύνη που μου ανατέθηκε, έ­χοντας μοναδικό σκοπό την εξακρίβωση της αλήθειας».

2. Αν ο πραγματογνώμονας δεν ορκισθεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, η πραγματογνωμοσύ­νη είναι άκυρη». (Το 194 τίθεται όπως τροποποιήθηκε από την παρ. 1 του άρθρ. 39 του Ν. 4055/12-3-12).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εκείνος που διατάζει την πραγματογνωμοσύνη καθορίζει και τα ζητήματα για τα ο­ποία κυρίως θα διεξαχθεί, έχοντας υπόψη και τις τυχόν προτάσεις των διαδίκων. Έχει επίσης το δικαίωμα να θέ­σει προθεσμία για τη διεξαγωγή της, που μπορεί να παραταθεί σε περίπτωση ανάγκης.

2. Στους πραγματογνώμονες μπορεί να ανατεθεί σε κάθε στάδιο της ανάκρισης η λύση νέων ζητημάτων. Οι πραγματογνώμονες δεν περιορίζονται μόνο στην έρευνα των ζητημάτων που τους τέθηκαν, αν ως ειδικοί θεωρούν άξια λόγου και άλλα ζητήματα.

3. Αν για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης εί­ναι απαραίτητη η καταστροφή ή η αλλοίωση του πράγμα­τος που αποτελεί αντικείμενό της, οι πραγματογνώμονες οφείλουν, αν είναι δυνατόν, να μην εξετάσουν και να δια­φυλάξουν ένα κομμάτι του πράγματος. Πριν από την ολι­κή ή μερική καταστροφή ή αλλοίωση του πράγματος οι πραγματογνώμονες οφείλουν να ειδοποιήσουν με τον α­νακριτή τον κατηγορούμενο και τους άλλους διαδίκους, για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους που αναφέρονται στα άρθρα 191-193. Ειδοποίηση δεν γίνεται, όταν υπάρ­χει από την αναβολή κίνδυνος που καθορίζεται ειδικά α­πό τους πραγματογνώμονες στην έκθεσή τους.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εκείνος που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη, αν το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να παρευρίσκεται στη διεξα­γωγή της. Σχετική αναφορά γίνεται στην έκθεση. Αν την πραγματογνωμοσύνη τη διέταξε δικαστήριο, η παράστα­ση στη διεξαγωγή της μπορεί να ανατεθεί σε ένα από τα μέλη του ή και σε άλλο δικαστή ή ανακριτικό υπάλληλο.

2. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ύστερα από αιτιο­λογημένη απόφαση ή διάταξη του οργάνου που διορίζει, μπορεί να επιτραπεί στους πραγματογνώμονες, αν βε­βαιώσουν ότι το έχουν απόλυτη ανάγκη, να αναγνώσουν έγγραφα της διαδικασίας ή να ζητήσουν διαμέσου του ανακριτικού υπαλλήλου που τους διόρισε ή του δικαστή που διευθύνει τη συνεδρίαση πληροφορίες από τους μάρτυ­ρες ή τους κατηγορουμένους.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν κατά τη διάρκεια της πραγματογνω­μοσύνης προκύψουν ουσιαστικές διαφωνίες μεταξύ τους, οι πραγματογνώμονες το αναφέρουν χωρίς χρονοτριβή σ' εκείνον που τους διόρισε, ο οποίος διορίζει και άλλον ή και άλλους πραγματογνώμονες που συμπράττουν με ό­σους ορίστηκαν αρχικά.

2. Αν οι γνώμες των πραγματογνωμόνων διαφέρουν και πάλι μεταξύ τους σε σημαντικό βαθμό ή αν η γνωμο­δότηση που παρέδωσαν είναι ασαφής, αόριστη ή αντιφα­τική ή αντίθετη σε άλλα περιστατικά που βεβαιώθηκαν στο βαθμό που χρειάζεται, και αν οι αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν δεν φαίνεται πιθανό πως θα εκλείψουν ύσ­τερα από νέα έρευνα που θα διενεργούσαν οι πραγματογνώμονες αν τους επιστρεφόταν για διόρθωση η παρα­πάνω γνωμοδότηση, διατάζεται νέα πραγματογνωμοσύ­νη. Αυτή γίνεται από άλλους πραγματογνώμονες, στους οποίους μπορεί να προστεθούν και ένας ή περισσότεροι από εκείνους που διορίστηκαν την πρώτη φορά.

Διαβάστε περισσότερα..

Η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων πρέπει να είναι γραπτή και αιτιολογημένη και να περιλαμβάνει επίσης αιτιολογημένη τη γνώμη της μειοψηφίας, αν υπάρχει. Η γνω­μοδότηση παραδίδεται στον ανακριτικό υπάλληλο ή στο δικα­στήριο που διόρισε τους πραγματογνώμονες. Για την παράδο­ση συντάσσεται έκθεση ή γίνεται αναφορά στα πρακτικά της συνεδρίασης. Κατά την κύρια διαδικασία η γνωμοδότηση μπο­ρεί να γίνει και προφορικά, οπότε τα ουσιαστικά της σημεία κα­ταχωρίζονται στα πρακτικά.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν από την πραγματογνωμοσύνη που θα γίνει σε γυναίκα εί­ναι ενδεχόμενο αυτή να αισθανθεί ντροπή, εκείνος που διατάσσει την πραγματογνωμοσύνη της ανακοινώνει ότι μπορεί να ζητήσει να παρευρεθεί κατά την εξέτασή της πρόσωπο της εμπιστοσύνης της. Τέτοια αίτηση δεν είναι δεκτή, αν διορίστηκε πραγματογνώμονας γυναίκα ή πα­ρουσιάζεται ανυπέρβλητο κώλυμα να παραστεί έγκαιρα το πρόσωπο που υποδείχθηκε. Το κώλυμα μνημονεύεται ειδικά στην έκθεση που συντάσσεται.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε περίπτωση πραγματογνωμοσύνης που αφορά τη δια­νοητική υγεία του κατηγορουμένου μπορεί ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα και σύμφωνη γνωμοδό­τηση των πραγματογνωμόνων, έστω και με πλειοψηφία, και αφού ακούσει το συνήγορο, να διατάξει την εισαγωγή του κατηγορουμένου σε δημόσιο ψυχιατρείο για παρατή­ρηση. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, διορί­ζεται συνήγορος αυτεπαγγέλτως. Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μπορούν να προσφύγουν στο δικαστικό συμβούλιο κατά της διάταξης αυτής του ανακριτή μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επίδοσή της και στους δύο. Η άσκηση της προσφυγής έχει πάντοτε ανασταλτικό αποτέ­λεσμα. Το συμβούλιο αποφασίζει ανέκκλητα.

2. Αν η ανάγκη ψυχιατρικής παρατήρησης προέκυψε στο ακροατήριο, τα παραπάνω τα διατάσσει το δικαστή­ριο ανεκκλήτως, αναβάλλοντας τη συζήτηση ως το τέλος της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης.

3. Σε κάθε περίπτωση η διάρκεια της παραμονής στο ψυχιατρείο δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Σ' αυτό το διάστημα η προσωρινή κράτηση θεωρείται ότι έ­χει ανασταλεί. Ο χρόνος όμως αυτός αφαιρείται από την ποινή που επιβλήθηκε σε περίπτωση καταδίκης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. «Όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλά­χιστον τριών (3) μηνών, οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν υποχρεωτικά γενετικό υλικό για ανάλυση του δεοξυριβονουκλεΐκού οξέος (Deoxyribonucleic Acid - D.N.A.) προς το σκοπό της διαπίστωσης της ταυτότητας του δρά­στη του εγκλήματος αυτού». (Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθ. 200Α τίθεται όπως ανπκαταστάθηκε από την παρ. 3α του άρθ. 12, του Ν. 3783/7-8-09). Η ανάλυση περιορίζεται αποκλειστικά στα δεδομένα που είναι απο­λύτως αναγκαία για τη διαπίστωση αυτή και διεξάγεται σε κρατικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο. Την ανάλυση του D.N.A. του κατηγορουμένου δικαιούται να ζητήσει ο ίδιος για την υπεράσπισή του.

2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανά­λυση αποβεί θετική, το πόρισμά της κοινοποιείται στο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλι­κό, που έχει δικαίωμα να